Γνώμες

Κόουτς, χάσαμε!

Κόουτς, χάσαμε!

Ο Ηλίας Γεροντόπουλος γράφει για τα λάθη του Φώτη, την Ελλάδα των επτά παικτών, τον Παπαλουκά που έλειπε και τον Αντετοκούμπο που μπορεί να γίνει ο Γκασόλ μας, όμως αυτό δεν θα μας κάνει Ισπανία…

Δύο, ένα, Αντετοκούμπο απ’ το κέντρο… Η Ισπανία είναι στους τέσσερις! Η Ελλάδα μένει εκτός ημιτελικών, μ’ ένα τρόπο που θυμίζει λιγάκι τον αποκλεισμό της το 2003 απ’ την Ιταλία (τον πιο οδυνηρό κατ’ εμέ αποκλεισμό της ιστορίας της). Κι όχι πως μοιάζουν και πολύ τα δύο παιχνίδια, μόνο που… μόνο που και τότε ο αποκλεισμός ήτανε κρίμα απ’ το Θεό, κι είχε (όπως ο χθεσινός) προπονητική σφραγίδα.

Φταίει λοιπόν ο Κατσικάρης για τον αποκλεισμό της εθνικής; Αναληθές το ναι, αβάσιμο το όχι. Η αλήθεια είναι πως φταίει ΚΑΙ ο Κατσικάρης. Όπως φταίνε κι οι παίκτες, οι δημοσιογράφοι, οι φίλαθλοι, τα επιβεβαιωμένα σύνδρομα που μας έχουν δημιουργήσει οι Ίβηρες. Απλώς τα λάθη του προπονητή, πάντα είναι εκείνα που χτυπάνε στο μάτι.

Παλιομοδίτικη διαχείριση: βασικοί και παγκίτες.

Απ’ την προεπιλογή κιόλας, τα ονόματα ήταν βαριά κι η ελπίδα γεννήθηκε χωρίς καθυστέρηση μέσα στον μέσο Έλληνα φίλαθλο, αφού: «Έχουμε δώδεκα παιχταράδες!». Ήταν έτσι; Ναι, αλλά… σε καμία περίπτωση!

Το γεγονός είναι πως όντως η ομάδα είχε δώδεκα παίκτες ισάξιους, όμως η εμπιστοσύνη του προπονητή τους δεν ήταν μοιρασμένη. Η πλήρης εθνική των δώδεκα «βασικών», στην πραγματικότητα είχε μια σαφέστατη βασική τετράδα (Καλάθης, Σπανούλης, Αντετοκούμπο, Πρίντεζης), δύο ψηλούς που εναλλάσσονταν με μόνιμο το φόβο των φάουλ (καθώς δεν υπήρχε εναλλακτική), τρεις… παγκίτες πολυτελείας (Σλούκα, Καϊμακόγλου, Περπέρογλου) και δύο παίκτες που δεν έπαιξαν σχεδόν καθόλου (Μάντζαρης, Παπανικολάου). Άφησα απ’ έξω τον αρχηγό, Νίκο Ζήση, καθώς ήταν ο μόνος που έτυχε ορθολογικής διαχείρισης απ’ τον προπονητή του.

Στο χθεσινό ματς, η Ελλάδα που για πρώτη φορά ήταν πληρέστερη απ’ την Ισπανία, είχε ροτέισον επτά παικτών! Πέντε από τους οποίους (Καλάθης, Σπανούλης, Πρίντεζης, Κουφός, Αντετοκούμπο) είχε χρόνο συμμετοχής πάνω από… 30 λεπτά!

Με δύο ψηλούς και πέντε γκαρτν.

Εύλογο (πιστεύω) το ερώτημα: Γιατί να βρίσκεται στον πάγκο ο Μάντζαρης (και να τρώει… πόρτα, έχοντας μπροστά του τέσσερις παίκτες που καθώς φαίνεται έχαιραν μεγαλύτερης εκτίμησης απ’ τον Κατσικάρη), κι όχι ο Αγραβάνης, ας πούμε, που θα μπορούσε να δώσει ύψος στο τέσσερα και κυρίως να… ξαλαφρώσει το πέντε;

Για να το κάνω πιο λιανά, γιατί να έχει πέντε γκαρντ (που δεν τα χρειάζεσαι), τη στιγμή που τα δύο σέντερ σου τρέμουν μη και κάνουν κάνα φάουλ παραπάνω;

Όταν δεν έτρεχε, ήταν μονοδιάστατη.

Κουίζ. Πόσα plays (συστήματα, για να το πούμε παραδοσιακά) είχε η εθνική Ελλάδος στο βιβλίο της;

Άγνωστος ο αριθμός, αλλά στο παρκέ κόντρα στην Ισπανία εμφάνισε το εξής ένα: ο Σπανούλης παίρνει τη μπάλα στην κορυφή, οι υπόλοιποι ανοίγουν. Αυτό.

Κατά τα άλλα, το μπάσκετ της ομάδας περιοριζόταν σε προσωπικές ενέργειες (Αντετοκούμπο, Σπανούλης, Ζήσης) και συνεργασίες δύο παικτών με τους υπόλοιπους να χαζεύουν την επίθεση. Σχεδόν μηδενικό πάσιγνκ γκέιμ, καμία φαντασία, κανένας πλουραλισμός για μια ομάδα που οι συνεργασίες και η καλή κυκλοφορία ήταν το Άλφα και το Ωμέγα της.

Κανένα πλάνο, μηδενική καθοδήγηση εντός γηπέδου

Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, η ομάδα ήταν «όπου φυσάει ο άνεμος» επιθετικά, χωρίς ορθολογικό στήσιμο, χωρίς πλάνο, χωρίς διαχείριση, χωρίς καθοδήγηση. Όταν το ματς ήταν «μισού γηπέδου», εννιά στις δέκα επιθέσεις της ομάδας κατέληγαν σε προσωπική ενέργεια του Σπανούλη, του Ζήση, του Καλάθη ή του Πρίντεζη, αφού είχαμε σπαταλήσει πρώτα δεκαπέντε-δεκαοκτώ δευτερόλεπτα στείρας κατοχής.

Λογικό κι επόμενο φυσικά, αφού η ομάδα στερούταν των υπηρεσιών ενός (θα το ξαναπώ με κίνδυνο να καταντήσω γραφικός) κλασικού πλέι μέικερ!

Κι αν ο Σέρχιο κι ο Σέρχιο, δεν μας έβαλαν τελικά τα προβλήματα που περιμέναμε (σκόραραν μεν αλλά δεν μπόρεσαν να τρέξουν το παιχνίδι, ένδειξη του πόσο «αδύναμη» Ισπανία μας κέρδισε χθες), αμυντικά οι Ισπανοί είχαν εύκολο έργο, γιατί η εθνική δεν είχε (όπως και σ’ όλο το τουρνουά)… τιμονιέρη. Δεν είχε τον άνθρωπο που θα φροντίσει για την ομαλή λειτουργία της επίθεση, θα φροντίσει να έχει δύο-τρεις επιλογές στη διείσδυσή του, θα ξέρει ανά πάσα στιγμή τι κάνουν οι συμπαίκτες του, θα βρίσκει πάντα τη σωστή πάσα αφού θα ‘χει οδηγήσει ολόκληρη την ομάδα (κι όχι απλά ένα πικ εν ρολ) εκεί που θέλει. Είναι αυτό το αθέατο ταλέντο που δημιούργησε την τεράστια (κι εξαιτίας του… δυσδιάκριτη) καριέρα του Θοδωρή Παπαλουκά!

Αποτέλεσμα; Η Ισπανία χθες μας κέρδισε στο δικό μας παιχνίδι. Στο παιχνίδι μισού γηπέδου. Και μάλιστα με τον πιο «ελληνικής» κοψιάς παίκτη της. Τον αργό, αντιτουριστικό αλλά πανέξυπνο κι εμπειρότατο Φελίπε Ρέγιες! Την ώρα λοιπόν που εκείνος μάθαινε… ελληνικά στον Κώστα Κουφό, η ελληνική επίθεση συνέχιζε να ψάχνει απελπισμένη απαντήσεις μέσα από ανορθόδοξες, τραβηγμένες επιλογές. Έχοντας τον καλύτερο οργανωτή της στον πάγκο (Μάντζαρη), να κάνει παρέα στον καλύτερο game changer ίσως της Ευρώπης (Σλούκα).

Το Γιάννης=Γκασόλ, δεν σημαίνει Ελλάδα=Ισπανία

Ντάξει, σύμφωνοι, ο Γκασόλ μας έκανε ζημιά. Το περιμέναμε. Ο Πάου είναι ένας απ’ τους πιο σπουδαίους Ευρωπαίους της γενιάς του, και η αλήθεια είναι πως για τον αδιάφορο αποτελέσματος φίλαθλο, χθες ο αρχηγός των Ισπανών ήταν… απόλαυση. Απλός, άνετος, χαλαρός ακόμη κι όταν Κουφός κι Αντετοκούμπο τον φιλοδωρούσαν με… φιστίκια! Άρχοντας!

Η Ελλάδα κακά τα ψέματα, αυτή τη στιγμή δεν έχει τέτοιο παίκτη (με κάθε σεβασμό στα πεπραγμένα του τεράστιου, αλλά πιο «Ναβάρο» Βασίλη Σπανούλη). Μπορεί να αποκτήσει. Ναι, αναμφίβολα αν συνεχίσει να δουλεύει και να «μεγαλώνει» έτσι, ο Γιάννης Αντετοκούμπο μπορεί να προσφέρει στην εθνική τον Γκασόλ της. Τον Νοβίτσκι της. Τον Πάρκερ της. Τον Γκαλινάρι της. Αρκεί όμως αυτό;

Όχι. Η Ελλάδα παραδοσιακά ήταν, είναι και θα είναι πάνω απ’ όλα ομάδα. Κι όταν δεν είναι (κακή ώρα, όπως φέτος) δεν… τραβάει. Ακόμη και την εποχή του μεγάλου Νίκου Γκάλη των 33,5 πόντων μ.ο. η Ελλάδα πάνω απ’ όλα ήταν ομάδα. Είχε ένα Γιαννάκη να κάνει στον άσσο όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ένα Φασούλα να στέκεται όρθιος απέναντι στο τέρας του Σαμπόνις ή στον γίγαντα Τσατσένκο, ένα Φάνη έτοιμο να πάρει το κρίσιμο τρίποντο με μάτι που γυαλίζει.

Ο Γιάννης λοιπόν μπορεί να γίνει ο Γκασόλ μας, όμως και πάλι, αν δε γίνουμε ομάδα, με ρόλους, αλληλοβοήθειες, συνεργασίες και εμπιστοσύνη του ενός στον άλλο, το κοντέρ πάλι μηδέν θα γράψει.

Ανεξάρτητα απ’ την άνοδο του Γιάννη (που θα την έχει, είμαι σίγουρος), η ομάδα πρέπει πρώτα απ’ όλα να βρει το πνεύμα του 2005.

Η επόμενη ημέρα

Η επόμενη μέρα της εθνικής, μας φέρνει απέναντι σε ένα βασικό ερώτημα: Με τον Φώτη, ή με κάποιον άλλο;

Λοιπόν προτού ξεστομίσει κανείς την εύκολη απάντηση, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ο Κατσικάρης έκανε λάθη, όμως λάθη κάνουν όλοι. Κι ο Φώτης είναι αρκετά έξυπνος για να μάθει απ’ αυτά. Το ζήτημα λοιπόν είναι άλλο. Μ’ όποιον προπονητή καθίσεις, τέτοιο μπάσκετ θα παίξεις. Η «επόμενη» εθνική του Κατσικάρη θα αλλάξει αρκετά πράγματα, όμως θα συνεχίσει να παίζει ελεύθερο μπάσκετ, με έμφαση στην ταχύτητα, στο σκορ, στην ενέργεια. Αν αυτό μας κάνει, ας μείνουμε μαζί του κι ας τον αφήσουμε να δουλέψει. Αν όχι, ας επιλέξουμε (όχι άλλο κόουτς, αλλά…) άλλη σχολή!

 

 

Σχόλια

Περισσοτερα στην κατηγορια Γνώμες

Copyright © 2015-2016 Clevernews