Συνεντεύξεις

Λία Μεγάλου- Σεφεριάδη: «Καμιά φορά νοσταλγούμε τις πλάνες»

Λία Μεγάλου- Σεφεριάδη: «Καμιά φορά νοσταλγούμε τις πλάνες»

«Οι σαράντα τρεις σιωπές» είναι το νέο βιβλίο της Λίας Μεγάλου- Σεφεριάδη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (για το βιβλίο δείτε εδώ). Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για την προσωπική και συλλογική μνήμη, μια ιστορία που λαμβάνει χώρα στην Κύπρο, τότε και τώρα…

Κυρία Μεγάλου- Σεφεριάδη, πείτε μας λίγα λόγια για το νέο σας βιβλίο «Οι σαράντα τρεις σιωπές»

Στο νέο μου μυθιστόρημα παρακολουθούμε τη ζωή μιας Ελληνίδας της Αυστραλίας, η οποία σε ηλικία 16 χρονών επισκέπτεται για πρώτη φορά τη γη των προγόνων της, γοητεύεται από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και αποφασίζει να σπουδάσει αρχαιολογία. Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1974, τη συναντούμε στην Κύπρο, όπου παίρνει μέρος στις ανασκαφές του πανεπιστημίου της Μελβούρνης. Εκεί ζει έναν ενθουσιώδη νεανικό έρωτα -ουσιαστικά την πρώτη αγάπη- με ένα νεαρό Ελληνοκύπριο. Τα δυο παιδιά κάνουνε όνειρα για το μέλλον, όλα όμως γκρεμίζονται από την εισβολή των Τούρκων στο νησί. Ο Σίμος εξαφανίζεται κι εκείνη απεγνωσμένα τον αναζητά.

Ωστόσο η ζωή της συνεχίζεται όχι μόνο με τραύματα και δοκιμασίες, αλλά και με επιτυχίες, εξάρσεις και χαρές. Πίσω όμως απ’ όλα αυτά υπάρχει μια βαθιά κρυμμένη νοσταλγία – τόσο βαθιά που ούτε η ίδια δεν τη συνειδητοποιεί. Αυτή η  κρυφή νοσταλγία οδηγεί τα βήματά της μετά από πολλές δεκαετίες πίσω στην Κύπρο του σήμερα, για να βιώσει μια ήρεμη κάθαρση και να συνεχίσει να ζει τη ζωή που της ταιριάζει: μια ζωή με συγκίνηση και αυθεντικότητα.

Τί σας ενέπνευσε να γράψετε αυτή την ιστορία;

Οι λόγοι που με ώθησαν να γράψω αυτό το μυθιστόρημα είναι αφενός η συνεχής και αδιάλειπτη τουρκική απειλή απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο και αφετέρου η «διχόνοια η δολερή», όπως τη χαρακτηρίζει ο Σολωμός, η οποία σταθερά τροφοδοτεί τις εθνικές μας συμφορές, που δεν είναι και λίγες. Ως εκ τούτου η τραγωδία της Κύπρου, η τελευταία μέχρι στιγμής τραγωδία του Ελληνισμού, ήταν  για μένα ο καταλληλότερος καμβάς, για να υφάνω το μυθιστόρημά μου. Όπως λοιπόν συμβαίνει σε πολλά βιβλία μου, έτσι και σ’ αυτό η μυθοπλασία για άλλη μια φορά συνυφαίνεται με την Ιστορία.

Ο τίτλος «43 σιωπές»;

Οι σαράντα τρεις σιωπές είναι  τα χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στο μοιραίο για την ηρωίδα μου καλοκαίρι του 1974 και την επιστροφή της στο νησί της Κύπρου. Συνειδητοποιεί απόλυτα το χρόνο που πέρασε  δεχόμενη ριπές αναμνήσεων, καθώς διασχίζει ολομόναχη τα Κατεχόμενα, για να φτάσει στους εγκλωβισμένους της Καρπασίας.

Ποια είναι η πρώτη σας σκέψη όταν ακούτε τη λέξη «Κύπρος»;

Σκέφτομαι πόσο άδικη υπήρξε η Μοίρα μ’ αυτό το νησί. Μελετώντας Ιστορία διαπίστωσα ότι οι Κύπριοι είναι ταυτισμένοι με τους Έλληνες από την εποχή ακόμη του χαλκού και ενώ γνώρισαν πολλούς κατακτητές ανά τους αιώνες, δεν έπαψαν ποτέ να νιώθουν αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού. Πολύ βαρύ το τίμημα του πόθου τους για ένωση.

Είναι η «άγνοια συστατικό ευτυχίας» ή είναι καλύτερο να γνωρίζουμε γενικά «τί μας γίνεται»;

Προσωπικά θεωρώ σημαντική τη γνώση, γιατί μας κάνει σοφότερους. Από την άλλη όμως μας απομακρύνει από την αθωότητα. Πόσο παράδεισος θα ήταν λόγου χάρη τα παιδικά μας χρόνια, αν δεν συνοδεύονταν από την άγνοια; Οι γονείς που βιάζονται ν’ ανοίξουν τα μάτια των παιδιών τους, λέγοντάς τους π.χ. ότι ο Αη-Βασίλης δεν υπάρχει, μάλλον τα βλάπτουν, παρά τα ωφελούν.

«Όσο η πλάνη διαρκεί σώζει..». Προτιμάτε στη ζωή σας μια μακροχρόνια πλάνη από την άμεση αλήθεια;

Δεν τίθεται θέμα προτίμησης – οι πλάνες είναι ούτως ή άλλως αναπόφευκτες. Τις πληρώνουμε ακριβά, αλλά έτσι ωριμάζουμε είτε ως άτομα είτε ως κοινωνία, είτε ως έθνος. Αυτό ωστόσο δεν μας εμποδίζει καμιά φορά να τις νοσταλγούμε κιόλας,  μάλλον επειδή κατά κανόνα είναι συνυφασμένες με τα νιάτα μας.

Υπάρχει στη ζωή σας κάτι, το οποίο σας ταξιδεύει στην παιδική σας ηλικία όταν το σκέφτεστε;

Καθώς ο πολύς ο χρόνος έχει φύγει και λίγος μου απομένει πια, αναρωτήθηκα κάποια στιγμή: αν μπορούσα να ξαναζήσω μία ημέρα από τη ζωή μου, ποια θα ήθελα να ήτανε αυτή; Και εντελώς αυθόρμητα ήρθε στον νου μου ένα απόγεμα καλοκαιριού στη Θεσσαλονίκη των παιδικών μου χρόνων. Πέντε η ώρα, έληγε επιτέλους η ακατανόητη για μας τα παιδιά «κοινή ησυχία» με τη φωνή του παγωτατζή, που διαλαλούσε τα παγωτά «Όλυμπος»: κρέμα, σοκολάτα, φράουλα. Με τί λαχτάρα τρέχαμε να αγοράσουμε τη λιχουδιά μας! Κι έπειτα ακολουθούσε μια άλλη, εξίσου μεγάλη απόλαυση. Ποια ήταν αυτή;  Ήταν η ποτιστήρα του δήμου, που κατέβρεχε το χωματόδρομο, για να μη μας τρώει η σκόνη. Ερχόταν, λοιπόν, η ποτιστήρα κι εμείς τρέχαμε ξοπίσω της και βρεχόμασταν και αλαλάζαμε από χαρά. Αυτόν τον αλαλαγμό χαράς ήθελα να ξαναζήσω. Αυτόν!

Ετοιμάζετε νέο βιβλίο;

Είναι νωρίς ακόμη. Τώρα βρίσκομαι σε αγρανάπαυση, ωστόσο κάτι έχει αρχίσει να με τριγυρίζει. Μήπως πάλι ένα μυθιστόρημα με ιστορικό υπόβαθρο; Είναι πολύ αχνό, δεν ξέρω.

Σας ευχαριστούμε πολύ!

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews