Συνεντεύξεις

Ο Γιώργος Χωματηνός μάς μιλά για τη «Μοναξιά της Βαρύτητας»!

Ο Γιώργος Χωματηνός μάς μιλά για τη «Μοναξιά της Βαρύτητας»!

Αν και πρόκειται για το πρώτο του βιβλίο, ο Γιώργος Χωματηνός μάς χάρισε ένα βαθιά υπαρξιακό και στοχαστικό μυθιστόρημα. Προβληματισμοί για το είναι, το φαίνεσθαι, αλλά και το φέρεσθαι γεννώνται σε ένα όχι και τόσο οικείο σκηνικό για τον αναγνώστη, την Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας του ’80 (περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ).

Κύριε Χωματηνέ, πείτε μας λίγα λόγια για το νέο σας βιβλίο.

«Η Μοναξιά της Βαρύτητας» είναι ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας τη δεκαετία του ’80. Κάθε χρόνος αυτής της δεκαετίας αντιστοιχεί και σε ένα κεφάλαιο σε μια αντίστροφη μέτρηση προς «Το Τέλος», το οποίο τοποθετείται χρονικά στην έναρξη της Βελούδινης Επανάστασης, οχτώ ημέρες μετά από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα από τα μάτια του Άμμωνα Πόλαχ, φοιτητή ιατρικής και παιδιού-θαύματος της τσεχοσλοβακικής ποίησης. Μόνο που αυτά τα μάτια δεν είναι δικά του: καθώς εκείνος τυφλώθηκε στην εφηβεία του, του μεταμόσχευσαν τα μάτια του αγαπημένου του παππού, ενός φημισμένου ψυχιάτρου που αναζητούσε τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης φύσης μέσα από αμφιλεγόμενα πειράματα. Ο Άμμων ανέκτησε την όρασή του, αλλά συνάμα απέκτησε και τη στρεβλή οπτική του ευεργέτη του. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, η ζωή του περιπλέκεται δραματικά.

Γιατί επιλέξατε η ιστορία σας να λαμβάνει χώρα στην Πράγα του ’80; Γράφετε πολύ περιγραφικά και με πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή εκεί. Έχετε ζήσει στην Πράγα;

Θα ξεκινήσω από το δεύτερο ερώτημα. Η απάντηση είναι όχι – δεν έχω ζήσει στην Πράγα. Όλα όσα αναφέρονται στο βιβλίο είναι προϊόν επισταμένης έρευνας. Μολοντούτο, βίωσα την εμπειρία τόσο βαθιά, που καμιά φορά λογαριάζω ασυναίσθητα την Πράγα στα μέρη που έχω πραγματικά υπάρξει. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι περισσότερο πολύπλοκη. Πιθανότατα κρύβεται στην συνθήκη αυτοπεριφρόνησης στην οποία μεγάλωσε η γενιά μου, ως αποτέλεσμα της αδέξιας και άκριτης μίμησης του δυτικού προτύπου, στην οποία άλλωστε επιδίδεται από δημιουργίας του και το ίδιο το νεοελληνικό κράτος. Καθώς ξεκίνησα να πειραματίζομαι με τη δομή του μυθιστορήματος, σκέφτηκα ότι, αφού αρεσκόμαστε στο να αλληθωρίζουμε Δυτικά, θα είχε ενδιαφέρον να χρησιμοποιήσω ως κάτοπτρο μια χώρα στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης, η οποία όμως κάποτε λογιζόταν κι αυτή, όπως εμείς, ανατολικότερα της Δύσης. Για το λόγο αυτό επέλεξα την ενωμένη Τσεχοσλοβακία, μια χώρα του πάλαι ποτέ Ανατολικού Μπλοκ. Μέσα από την απαραίτητη ιστορικοπολιτική έρευνα, διαπίστωσα πως μοιραζόμασταν κι άλλα κοινά˙ ένα απ’ αυτά, η αξιοσημείωτη ομοιότητα της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης στην Τσεχοσλοβακία τη δεκαετία του ʼ80 με αυτή που επικρατεί στην Ελλάδα της κρίσης. Για να επανέλθω λοιπόν στο αρχικό ερώτημα, η απάντηση είναι ότι γράφοντας για την Τσεχοσλοβακία του ’80, θέλησα να αντικατοπτρίσω την Ελλάδα του σήμερα, αν όχι του πάντοτε: μια χώρα που αρνείται πεισματικά να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

«Όταν αγαπά κάποιος τους πάντες, αγαπά άραγε κανέναν»;

Ένας στίχος του Βύρωνα Λεοντάρη λέει: «Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα». Πιστεύω ότι, όταν επιθυμούμε πραγματικά να προσφέρουμε της αγάπης το αίμα, οφείλουμε να το κάνουμε ατόφια κι αυθεντικά, με όλο μας το είναι. Πάει να πει, δεν γίνεται να το μοιράσουμε, δεν φτάνει για όλους, κι όταν υποστηρίζουμε ότι επαρκεί για να το διανείμουμε παντού, τότε δύο τινά συμβαίνουν: είτε εξαπατούμε τους εαυτούς μας, είτε εξαπατούμε τους άλλους.

Αν υπήρχε η δυνατότητα να σας μεταμοσχεύσουν τα μάτια κάποιου, μέσα από τα οποία θα μπορούσατε να λάβετε και την οπτική του, ποιον θα επιλέγατε και γιατί;

Δεν χρειάζεται καν να συμβεί αυτό για να λάβω την οπτική κάποιου άλλου – ήδη η οπτική μου δεν είναι δική μου: αποτελεί σύνθεση των οπτικών των ανθρώπων που με μεγάλωσαν, με δίδαξαν, με βοήθησαν ή με πλήγωσαν. Η οπτική μου είναι η οπτική όλων αυτών των ζωντανών, η οποία με τον καιρό ομογενοποιείται με κείνη των νεκρών που ο καθένας κουβαλάει μέσα του από τη γέννησή του.

Να υποθέσουμε ότι τα ποιήματα του ήρωά μας, του Άμμωνα, που παρουσιάζονται στο βιβλίο, είναι δικά σας;

Τα έχω γράψει, αλλά δεν μου ανήκουν· είναι του Άμμωνα Πόλαχ. Κατά κάποιο τρόπο, νιώθω σαν να τα έχω απλώς μεταφράσει από τα τσεχικά.

Ετοιμάζετε νέο βιβλίο;

Ναι, η συγγραφή του έχει ήδη ξεκινήσει.

Σας ευχαριστούμε πολύ!

 

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews