Συνεντεύξεις

Ο Θοδωρής Τσαπακίδης και η Δέσποινα Σαραφείδου μας μιλούν για τον «Αδύνατο» και τη «Χορεύτρια»

Ο Θοδωρής Τσαπακίδης και η Δέσποινα Σαραφείδου μας μιλούν για τον «Αδύνατο» και τη «Χορεύτρια»

Ένας ιδιαίτερος «γάμος» λαμβάνει χώρα στο Ίδρυμα Άγγελου & Λητώς Κατακουζηνού. Πρόκειται για την παράσταση που βασίζεται στο  Υπέρ του αδυνάτου του Λυσία, που γράφτηκε το 403 π.Χ., αλλά και στο γλυπτό «Μικρή χορεύτρια δεκατεσσάρων ετών» του Ντεγκά (περισσότερα δείτε εδώ).

Η ιστοσελίδα μας είχε τη χαρά και την τιμή να μιλήσει με δύο εκ των συντελεστών, το σκηνοθέτη κύριο Τσαπακίδη και την πρωταγωνίστρια, κυρία Σαραφείδου.

 Κύριε Τσαπακίδη, γιατί επιλέξατε ν’ ανεβάσετε το συγκεκριμένο έργο;

Θοδωρής Τσαπακίδης: Λένε ότι και με έναν τηλεφωνικό κατάλογο μπορείς να κάνεις θέατρο. Αν, όμως, όλα τα έργα ήταν από τον τηλεφωνικό κατάλογο, τι θα κάναμε και εμείς οι συγγραφείς… Ο «Λόγος υπέρ του αδυνάτου» (Λυσίας), δεν είναι θεατρικό έργο, αλλά δεν είναι και τηλεφωνικός κατάλογος. Πρόκειται για έναν λόγο που εκφωνήθηκε σε δικαστήριο, για ένα αναπηρικό επίδομα. Δεν γνωρίζουμε αν ο «αδύνατος», που τον εκφώνησε, δικαίως έπαιρνε το επίδομα ή όχι (αυτό είναι και το επίδικο), δεν γνωρίζουμε, δηλαδή, αν ήταν όντως ανάπηρος και άπορος ή όχι. Αν ήταν, προφανώς θα ήταν πολύ σκληρό να πρέπει να το αποδείξει μπροστά σε ένα δικαστήριο. Αυτό το δράμα, πίσω από τις λέξεις, ωστόσο, δεν είναι το κλειδί της παράστασης. Το κλειδί βρίσκεται στη συνάντηση του λόγου υπέρ του αδυνάτου με τη μικρή χορεύτρια του Ντεγκά.

Κυρία Σαραφείδου, πείτε μας λίγα λόγια για το ρόλο που ερμηνεύετε.

Δέσποινα Σαραφείδου: Δεν πρόκειται για «χαρακτήρα» με προϊστορία. Στην παράσταση, γίνομαι ηθοποιός που δοκιμάζει ρόλους, ερμηνευτής που δανείζει σώμα στη μικρή χορεύτρια η οποία αρθρώνει το λόγο του Λυσία. Είναι ένα πολύ γοητευτικό παιχνίδι με τα επίπεδα της δραματουργίας και με τον έτερο ερμηνευτή, τον χορευτή Δημήτρη Ράπτη. Εκείνο που πρωτεύει είναι η ανταπόκριση στη στιγμή και στη διάδραση με τον συμπαίκτη.

Κύριε Τσαπακίδη, πόσο εύκολο είναι να σκηνοθετεί κάποιος ένα κείμενο δικανικού λόγου και μάλιστα αιώνων;

ΘΤ: Όπως συμβαίνει συχνά με τα εξωθεατρικά κείμενα το δύσκολο είναι να καθορίσεις το δράμα, τους στόχους των προσώπων και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν. Σε όλα τα θεατρικά έργα επινοείς μια δραματουργία, μια δική σου ερμηνεία, για να κάνεις παράσταση… σ’ αυτές, όμως, τις περιπτώσεις το κάνεις λίγο παραπάνω. Από την άλλη, η θεατρική γλώσσα είναι πολύ διαφορετική από τη δικανική. Η τελευταία λίγο πολύ υπακούει σε ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο, έχει μεγάλες παραγράφους, ευλογοφανή επιχειρήματα και ένα σωρό λεκτικά σχήματα που από σκηνής μπορούν να ακουστούν δασκαλίστικα. Ευτυχώς ο Δήμος Σπαθαράς μάς έδωσε μια πολύ καθαρή μετάφραση του λόγου του Λυσία, την οποία με τη Δέσποινα Σαραφείδου αλλάξαμε ελάχιστα. Η ίδια από την αρχή ήταν σίγουρη για τη δραματικότητα του λόγου, όπως ο χρυσοθήρας που παίρνει τα βουνά, για το χρυσάφι.

Τί κοινό έχει ο «αδύνατος» με τη χορεύτρια του Ντεγκά;

ΘΤ: Και οι δύο εκτίθενται.

ΔΣ: Είναι δυο όψεις του κοινού, ταπεινού ανθρώπου που εκτίθεται στην κρίση / κριτική των θεσμικών άλλων (ο αδύνατος μπροστά στη Βουλή των Αθηναίων, η μικρή χορεύτρια μέσα στο Σαλόνι των Ανεξαρτήτων), αναγκασμένος να υπερασπιστεί τον εαυτό του από θέση «αδυναμίας» απέναντι στην εξουσία.

Κύριε Τσαπακίδη, πώς προέκυψε το Ίδρυμα Άγγελου & Λητώς Κατακουζηνού για να ανέβει το έργο;

ΘΤ: Εφόσον στο κέντρο της παράστασης θέσαμε την έννοια του εκθέματος, ένας χώρος μουσείο, γεμάτος εκθέματα φάνταζε η καλύτερη επιλογή. Παρεμπιπτόντως, ο λόγος του Λυσία απευθύνεται σε «άνδρες βουλευτές» και απέναντι σχεδόν από το Ίδρυμα είναι η Βουλή.

Κυρία Σαραφείδου, πώς νιώθετε που το έργο ανεβαίνει σε ένα χώρο όπως το Ίδρυμα Άγγελου & Λητώς Κατακουζηνού;

ΔΣ: Συγκίνηση και χαρά, για την αποδοχή και τη φιλοξενία του έργου από το Ίδρυμα. Ο χώρος ταίριαζε εξαρχής με τη σύλληψη της παράστασης – βρίσκεται απέναντι σχεδόν στη Βουλή, αποτελεί ο ίδιος μουσείο, η παράσταση συμβαίνει στο σαλόνι της οικίας, μια ανάσα από τους θεατές. Μ’ αυτή την έννοια, προσφέρει το ιδανικό πλαίσιο για τη δραματουργία του έργου.

Η πειθώ αποτελεί τέχνη ή κεκαλυμμένο καταναγκασμό;

ΘΤ: Το ένα δεν αποκλείει το άλλο.

ΔΣ: Στο δικανικό λόγο, όπως του Λυσία, η πειθώ αποτελεί υψηλή τέχνη, με προγραμματικό σκοπό την εύρεση της αλήθειας και την απόδοση δικαιοσύνης. Βέβαια, ήδη από την αρχαιότητα, η πειθώ έχει δεχτεί την κριτική ότι συνιστά παραπλάνηση. Φτάνοντας μέχρι το σήμερα, μπορούμε να διακρίνουμε πολλές περιπτώσεις στρέβλωσης της πειθούς – έχει λάβει τη μορφή προπαγάνδας, προσηλυτισμού, χειραγώγησης…

Το άγαλμα του Ντεγκά είχε αποδοκιμαστεί από τους κριτικούς της εποχής. Πλέον αποτελεί ένα από τα πιο συλλεκτικά παγκοσμίως και η τιμή του είναι πλέον ανυπολόγιστη. Πώς νιώθει ένας δημιουργός που έχοντας νιώσει την προσωρινή απόρριψη του δημιουργήματός του, δικαιώνεται στο τέλος;

ΘΤ: Δε νομίζω ότι ο Ντεγκά πρόλαβε να ζήσει τέτοιου είδους δικαίωση. Το χάλκινο εκμαγείο, το οποίο σώζεται σήμερα σε πολλαπλά αντίγραφα απέχει πολύ από το πρωτότυπο, που ήταν κέρινο και βαμμένο έτσι ώστε να φαίνεται σαν να έχει πραγματικό δέρμα. Τα χάλκινα αντίγραφα, που δίνουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από το αρχικό κέρινο –όπως το φανταζόμαστε–, ηρωική θα την έλεγα, έγιναν έπειτα από παραγγελία των κληρονόμων του Ντεγκά. Ωστόσο, η εικόνα αυτών των χάλκινων αντιγράφων είναι σήμερα πιο διαδομένη από το πραγματικό γλυπτό του Ντεγκά. Είναι κάτι ανάλογο μ’ αυτό που συμβαίνει με τον Παρθενώνα, η κυρίαρχη ιδεολογία προτιμά έναν (από πάντα) λευκό Παρθενώνα παρά την πολύχρωμη αρχική του πραγματικότητα. Πιθανώς το κέρινο γλυπτό του Ντεγκά να εξακολουθεί να απωθεί, καθώς, κατά μία έννοια, υπενθυμίζει τη φθαρτότητά μας, επαναφέρει αυτή τη φθαρτότητα σε μια κοινωνία που καταναλώνει την «αιώνια νεότητα».

ΔΣ: Στην περίπτωση του Ντεγκά, και πολλών άλλων, δεν είναι σε θέση να νιώσει τίποτε. Φαντάζομαι ότι, αν έχει την τύχη να συμβεί κάτι τέτοιο ενόσω ζει, μπορεί να νιώσει ικανοποίηση για την αποδοχή του έργου του.

Πηγαίνοντας σε μικρότερα μεγέθη, από τη δική μου εμπειρία, θα έλεγα ότι η αποδοχή της δουλειάς σου φέρνει χαρά γιατί έχεις αγγίξει τον άλλο με ό,τι συγκινεί κι εσένα, αλλά και ενθάρρυνση, και ίσως ακόμη πρακτική στήριξη, για να συνεχίσεις.

Ετοιμάζετε κάποια νέα δουλειά;

ΘΤ: Δουλεύω μαζί με τον Μάνο Λαμπράκη και τη Ρούλα Πατεράκη τη δραματουργία της (διπλής) παράστασης που θα σκηνοθετήσει η τελευταία στο πλαίσιο του αφιερώματος του Φεστιβάλ Αθηνών για τη Λούλα Αναγνωστάκη.

ΔΣ: Παίζω παράλληλα στο Serengeti του Ramiro Torres de Miguel, σε σκηνοθεσία Luis Gomezbeck. Συμμετέχω στη Θυσία του Αβραάμ, σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη, που θα ανεβεί στις αρχές Απριλίου. Ο μονόλογος Kassandra του Sergio Blanco που παίζω από το 2011 (συνσκηνοθεσία με την Ευαγγελία Ανδριτσάνου) θα ταξιδέψει στο Φεστιβάλ Βόλου, ενώ η Μήδεια∙ μηδέν στο κόκκινο, κείμενο-σκηνοθεσία Σοφίας Διονυσοπούλου, θα ταξιδέψει στην Τουρκία, στο MonoFest’18 Tiyatro Medresesi.

Σας ευχαριστούμε πολύ!

 

 

 

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews