Συνεντεύξεις

Ροζίτα Σπινάσα: «Θέλω να δίνω χώρο στο καλό»

Ροζίτα Σπινάσα: «Θέλω να δίνω χώρο στο καλό»

Μπορεί να είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων της, ωστόσο η Ροζίτα Σπινάσα δε χρειάζεται να έχει καμία ανασφάλεια για την απήχηση στο αναγνωστικό κοινό του βιβλίου της «στόμαστομαστό» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Η εξαιρετική περιγραφικότητα και η απόδοση απλών καθημερινών καταστάσεων με τόση παραστατικότητα είναι δύο μόνο από τα στοιχεία που σε κάνουν να το διαβάσεις απνευστί , να το φέρνεις στο μυαλό σου και αφότου τελειώσει και να το προτείνεις και στους λάτρεις των διηγημάτων.

Κυρία Σπινάσα, πότε γράψατε το πρώτο σας διήγημα;

Το πρώτο διήγημα που έγραψα είναι και το πρώτο της συλλογής, το «Κρύοι δίσκοι». Παρακολουθούσα τότε το σεμινάριο γραφής που συντόνιζε ο Κων/νος Τζαμιώτης, ο οποίος μας ζήτησε να γράψουμε μια ιστορία με θέμα την απληστία. Τότε έγραψα αυτό το διήγημα, με ήρωα έναν συλλέκτη βινυλίων, που η ακόρεστη ανάγκη για δίσκους τον έφερε αντιμέτωπο με ένα αποκαλυπτικό για τη φύση του δίλημμα– τελικά η υπόθεση ξεπέρασε κατά πολύ το ζήτημα της απληστίας που είχα κατά νου. Μετά το σεμινάριο το δούλεψα περισσότερο, εξελίσσοντας την πλοκή και καταλήγοντας σε διαφορετικό τέλος. Πριν την έκδοση του βιβλίου δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «thebooks’ journal», τον περασμένο Νοέμβριο.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής σας;

Οι παράδοξες ιστορίες που βλέπω και ακούω να συμβαίνουν, είτε γύρω μου είτε από τις ειδήσεις. Αυτές που σου καρφώνονται στο μυαλό και λες, κοίτα τί γίνεται βρε παιδί μου. Όμως δεν τις χρησιμοποιώ αυτούσιες, τις ενώνω μεταξύ τους και τις εντάσσω στην πλοκή μιας μεγαλύτερης ιστορίας, στην οποία παντρεύεται το πραγματικό με το φανταστικό. Δηλαδή πρόκειται κατά βάση για μυθοπλασία με ψήγματα πραγματικότητας διάσπαρτα μέσα της.

Ποια παιδική σας ανάμνηση θα λέγατε ότι σας έχει στιγματίσει;

Δεν μπορώ να διακρίνω κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, τα παιδικά μου χρόνια κύλησαν, αν όχι εντελώς ανέφελα, πάντως αρμονικά κι ευχάριστα. Αυτό που μπορώ να ξεχωρίσω είναι ένα πολύ έντονο και ιδιαίτερο συναίσθημα που βίωνα το καλοκαίρι που είχα τελειώσει την Τρίτη τάξη του Δημοτικού: Αφού παίζαμε με τις ώρες στη γειτονιά μας στην Ηλιούπολη, όταν σουρούπωνε ανεβαίναμε με την αδερφή μου στο σπίτι μας και καθόμασταν στη βεράντα με τους γονείς μας, όπου είχαμε βγάλει την τηλεόραση περιστρέφοντας το ειδικό τραπεζάκι με τα ροδάκια της εποχής. Τρώγοντας το δροσερό καρπούζι που είχε κόψει η μητέρα μας και χαζεύοντας τα εκρηκτικά πορτοκαλί χρώματα του δειλινού στον ουρανό του Πειραιά ακριβώς απέναντι, με κατέκλυζε κάθε βράδυ ένα μείγμα ευτυχίας και μελαγχολίας την ίδια στιγμή, έχοντας  επίγνωση, παρότι εννέα μόλις χρονών, της ομορφιάς και της μαγείας, μα και του ταυτόχρονου, ασταμάτητου κι αναπότρεπτου φευγιού τους. Το επόμενο καλοκαίρι που αναζήτησα το ίδιο συναίσθημα με λαχτάρα, αυτό δεν ήταν πια εκεί.

Γιατί επιλέξατε ως τίτλο του βιβλίο τον τίτλο του ομώνυμου διηγήματος;

Μου φάνηκε ιδιαίτερο και δυνατό ως λόγκο. Είναι ένα λογοπαίγνιο που μου είχε έρθει στο μυαλό όταν γέννησα τον γιό μου Γιώργο και μου είχε κάνει εντύπωση το πώς ενώνονται οι λέξεις μεταξύ τους, όπως ενώνεται και το στόμα στο μαστό. Όταν άρχισα να γράφω τα διηγήματα, το θυμήθηκα και εμπνεύστηκα από αυτό το ομώνυμο διήγημα, το οποίο αποδείχθηκε και το ‘τυχερό’ μου, γιατί αυτό μου άνοιξε το δρόμο για την έκδοση. Πιο συγκεκριμένα, δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, εκεί το διάβασαν στον Κέδρο κι επικοινώνησαν μαζί μου, με το ευτυχές αποτέλεσμα να συμφωνήσουμε την έκδοση της συλλογής.

Αν μπορούσατε να ταξιδέψετε στο χωροχρόνο, σε ποια περίοδο και χώρα θα θέλατε να είχατε ζήσει;

Μου αρέσει πολύ η προπολεμική Αθήνα. Θα ήθελα να έμενα σε ένα από αυτά τα υπέροχα νεοκλασσικά και, παρά την αστική μου καταγωγή, να έχω κατρακυλήσει στον υπόκοσμο του ρεμπέτικου. Με φαντάζομαι να τριγυρνώ στα σοκάκια της παλιάς Αθήνας ντυμένη με τα κομψά ρούχα της εποχής και με χαμηλωμένο το βλέμμα, ελαφρώς ζαλισμένη από τις αναθυμιάσεις κάποιου καπηλειού.

Στο διήγημά σας «κρύοι δίσκοι» παραθέτετε με τον καλύτερο τρόπο την ανθρώπινη καχυποψία ακόμα και στα πιο κοντινά άτομα. Το έχετε συναντήσει αυτό το στοιχείο στη ζωή σας;

Ναι, αρκετά έντονα. Ο πατέρας μου, δικηγόρος κι αυτός, ήταν πολύ επιφυλακτικός και καχύποπτος κατά τον χειρισμό των υποθέσεων που του ανέθεταν. Πλέον πιστεύω όμως ότι είναι θέμα οπτικής και στάσης ζωής. Όλοι έχουμε κατά καιρούς απογοητευτεί και πληγωθεί, το αν θα αφήσουμε όμως τις αρνητικές εμπειρίες να καθορίσουν την εικόνα και την προδιάθεση που έχουμε ως προς τους άλλους ανθρώπους, αυτό είναι δική μας επιλογή. Ενώ ήμουν κι εγώ αρκετά καχύποπτη, πλέον προσπαθώ συνειδητά να αποδιώχνω αυτές τις σκέψεις. Είναι σα να ενδίδω στο κακό, ενώ αυτό που θέλω είναι να δίνω χώρο στο καλό.

Ετοιμάζετε κάποια νέα δουλειά;

Έχω ολοκληρώσει ήδη ένα διήγημα, μεγαλύτερο από αυτά της συλλογής, κι έχω ξεκινήσει το δεύτερο. Κινούμαι και πάλι σε αυτό το είδος, αν και έχω δεχτεί παροτρύνσεις να προσπαθήσω σε μεγαλύτερη φόρμα, καθώς η δομή των διηγημάτων μου θα επέτρεπε μια πιο εκτεταμένη πλοκή κι εξέλιξη.

Σας ευχαριστούμε πολύ!

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews