Πολιτική

Κ. Σημίτης: «Το ΠΑΣΟΚ σιώπησε όταν έβλεπε το τσουνάμι να έρχεται»

Κ. Σημίτης: «Το ΠΑΣΟΚ σιώπησε όταν έβλεπε το τσουνάμι να έρχεται»

Μήνυμα για ανανέωση με μοχλό το ΠΑΣΟΚ – βολές κατά ΔΗΜΑΡ για ˮαριστερό κομφορμισμόˮ

Ευθύνες στις κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου, επέρριψε ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης μιλώντας στο συμπόσιο για τα 39 χρόνια από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.

 

Ο πρώην πρωθυπουργός άρχισε την ομιλία του με τη δραματική διαπίστωση ότι η παράταξη έχει σήμερα χάσει «σχεδόν ολοκληρωτικά την επιρροή της» στην κοινωνία και εξαπέλυσε δριμεία επίθεση στις λογικές του πελατειακού κράτους και ιδιαίτερα στις πρακτικές διακυβέρνησης της χώρας από το 2004 και έπειτα.

 

«Έταζαν στο λαό να του δώσουν θέσεις και χρήματα αλλά επειδή δεν υπήρχε πλέον η δυνατότητα κατέφυγαν αλόγιστα στον δανεισμό», είπε χαρακτηριστικά.

 

«Οι πρωτογενείς δαπάνες ξεπέρασαν καθαρά τα έσοδα του κράτους το 2007. Και ξεπέρασαν κάθε όριο το 2009», ανέφερε ο Κώστας Σημίτης και συμπλήρωσε:

 

«Τη στιγμή της καταστροφής το ΠΑΣΟΚ θεώρησε κι αυτό ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Σιωπήσαμε όταν βλέπαμε το τσουνάμι της κρίσης να έρχεται. Και επαναφέραμε στην τάξη κάποιους λίγους που το επεσήμαναν. Δημιουργήσαμε την εντύπωση ότι είμαστε μάγοι. Και ως μάγοι θα τα τακτοποιήσουμε όλα. Πληρώσαμε τις φαντασιώσεις μας. Και τις πλήρωσε και ο ελληνικός λαός».

 

«Κάποιοι εξακολουθούν να υπερασπίζονται, για χάρη δήθεν των εργαζομένων, τις τερατώδεις προσλήψεις που έγιναν από τη ΝΔ τα περασμένα χρόνια. Και παραβλέπουν ότι η χώρα καταστράφηκε από αυτή ακριβώς την τακτική», σημείωσε ο πρώην πρωθυπουργός.

 

«Χρειάζεται τώρα μια νέα αρχή, αρχή στην οποία όλοι θα μπορούν να συμμετέχουν, χρειάζεται ελεύθερη συζήτηση, χωρίς ιμάμηδες και διαγραφές για να περιορίζεται η σκέψη, ανοιχτές διαδικασίες και όχι κλειστά δωμάτια», πρόσθεσε ο κ. Σημίτης.

 

«Ας δούμε ότι κοντά στο ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπάρχουν και άλλα σχήματα στο πλαίσιο της προοδευτικής παράταξης. Ας προσπαθήσουμε σε μια ευρύτερη συνεργασία. Στην αρχή με χαλαρούς κανόνες και μετά με πιο αυστηρούς. Δε με απασχολεί να ικανοποιηθούν εγωισμοί αρχηγών. Με απασχολούν οι πολλοί, οι διάσπαρτοι, που όπως στη δικτατορία θέλουν να δράσουν, να ξεφύγουν από την ισοπέδωση, αυτοί που το σύστημα αποκλείει σήμερα. Πρέπει να τους εντάξουμε στο σύστημά μας. Πρέπει να εντάξουμε τα νέα πρόσωπα, τις νέες κινητοποιήσεις, τις νέες ιδέες», υπογράμμισε ο Κ. Σημίτης.

 

Το ΠΑΣΟΚ, με θάρρος, φαντασία, συναίσθημα ευθύνης, σε συνεργασία με πολλούς άλλους, με νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, να γίνει ο «μοχλός της αλλαγής», να βάλει τις βάσεις για την παράταξη της δημιουργίας και της αλληλεγγύης, τις βάσεις για ένα νέο ρεύμα ανανέωσης, καθοριστικό για το ξεπέρασμα της κρίσης, τόνισε ο Κώστας Σημίτης.

 

«Υπάρχουν πολλές διάχυτες προοδευτικές ομάδες που θέλουν να συνεργαστούν, χρειάζεται νέα αρχή τώρα στην οποία όλοι θα μπορούν να συμμετέχουν και δε θα υπάρχουν εισιτήρια πρώτης, δεύτερης, τρίτης θέσης. Χρειάζεται ελεύθερη συζήτηση, αναζήτηση σε διάφορες κατευθύνσεις, ανοικτές διαδικασίες και όχι κλειστά δωμάτια. Χρειάζεται μια φάση όπως του 1974 χωρίς αρχηγούς, ιεραρχίες και επετηρίδες», σημείωσε. Ο κ. Σημίτης εκτίμησε ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε μια ευνοϊκή συγκυρία, μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση, αφού έτσι «απαντήθηκε αρνητικά το ερώτημα για τη θέλησή της να συμβάλει στην αναγέννηση του προοδευτικού χώρου».

 

«Δεν έχει τη φαντασία γιʼ αυτό, την πνίγει ο αριστερός κομφορμισμός της», πρόσθεσε. Παράλληλα, τόνισε ότι «ο δικομματισμός ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ είναι στείρος, διακρίνεται από συνεχείς υβριστικές αντιπαραθέσεις που απλοποιούν τα οικονομικά προβλήματα και καθιερώνουν το επίπεδο καφενειακής διαμάχης υπέργηρων συνταξιούχων».

 

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Κ. ΣΗΜΙΤΗ

 

Γ. Παπανδρέου: «Παραλάβαμε βόμβα»

 

«Παραλάβαμε μια βόμβα. Το πρόβλημα ήταν το πάρτι μέχρι το 2009. Τέτοιο εκρηκτικό κοκτέιλ αρνητικών παραγόντων δεν είχε να αντιμετωπίσει καμία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» είπε στην ομιλία του, ο Γιώργος Παπανδρέου.

 

Ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη για όσα δεν έγιναν επί Πρωθυπουργίας του, αλλά πρόσθεσε ότι στη διετία 2009-2011 «έγινε η αρχή» και τέθηκαν οι βάσεις για όσα καλά γίνονται τώρα. «Αν όλα αυτά είχαν γίνει λίγα χρόνια νωρίτερα δε θα χρειάζονταν τα μνημόνια», προσέθεσε ο Γιώργος Παπανδρέου.

 

Ο πρώην Πρωθυπουργός μίλησε για την έλλειψη πολιτικής συναίνεσης το 2009 και αναφερόμενος στον Αντώνη Σαμαρά έκανε λόγο για «προπονητές της εξέδρας που δεν τους άρεσε το πρώτο μνημόνιο αλλά τους αρέσει το δεύτερο».

 

Ο κ. Παπανδρέου τόνισε ότι «το ΠΑΣΟΚ που χρειάζονται η Ελλάδα και οι Έλληνες δεν μπορεί παρά να πρωταγωνιστεί στην πρόοδο και την αλλαγή της χώρας» και «πρωτοστατεί στον  σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας  για κυβερνητική σταθερότητα, αλλά με ξεκάθαρο προοδευτικό πρόσημο». «Όχι λευκές επιταγές. Ενώνει όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, απέναντι στη δεξιά και την  αριστερή συντήρηση. Δε διαιρεί», σημείωσε και υπογράμμισε ότι «στόχος μας είναι οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις με ανθρώπινο πρόσωπο». Στο ίδιο πλαίσιο σημείωσε ότι «δε δικαιούμαστε να είμαστε παρακολούθημα κανενός. Καμίας δεξιάς ή αριστερής συντήρησης». Είπε ακόμα ότι «το ΠΑΣΟΚ, οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να ενώσουν τις προσπάθειές τους, να βάλουν τέλος σε αυτό το θανάσιμα διχαστικό για την κοινωνία μας ανορθολογισμό, και να διαμορφώσουμε ένα σταθερό σχέδιο αλλαγών για την χώρα που δεν θα ανατρέπεται με την κάθε εκλογική αναμέτρηση»

 

Κόντρα Χριστοδουλάκη-Σαχινίδη

 

Νωρίτερα, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Νίκος Χριστοδουλάκης ανέφερε ότι τρία χρόνια πριν «πολλοί ήταν ευχαριστημένοι με το μνημόνιο», «οι ηγεσίες νόμιζαν ότι έτσι έλυναν το ελληνικό πρόβλημα» και «η επιμονή τους να συμμετέχει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα έκρυβε κάπως τη δική τους ανετοιμότητα», για να συμπληρώσει πως όμως «και η τότε κυβέρνηση βρήκε πολύ βολική την ανάμειξή του, ίσως γιατί πίστευε ότι θα του φόρτωνε την ευθύνη λήψης δυσάρεστων μέτρων» που εκείνη, όπως είπε, δε θα τολμούσε να πάρει για να μην διαψευσθεί η «αφροσύνη» του «λεφτά υπάρχουν». Είπε ακόμα ότι η αποκοπή της ρευστότητας και η κοινωνική εξουθένωση θα μπορούσαν να είχαν ως «μοιραία» κατάληξη την έξοδο από το Ευρώ «ως δήθεν μόνη επιλογή», κάτι που, όπως υποστήριξε, μπορούσε να είχε επισυμβεί «με την ανεκδιήγητη πρόταση για δημοψήφισμα που αποφεύχθηκε με τη συγκρότηση κυβέρνησης Παπαδήμου».

 

Ανέφερε ότι παρά την άνοδο του ΦΠΑ τα έσοδα είναι λιγότερα, ότι «παρά τις μεγαλεπήβολες διακηρύξεις» δεν έγινε σχεδόν τίποτα στον τομέα των αποκρατικοποιήσεων και ότι «όλοι σπεύδουν να δηλώσουν ότι κανείς δε θα απολυθεί, αλλά κανείς δεν είπε και μια κουβέντα για το ένα εκατομμύριο απολυμένους στον ιδιωτικό τομέα».

 

«Η εμμονή όσων υπερασπίζονται το μνημόνιο σε μέτρα που δεν βγαίνουν είναι ο πιο σύντομος δρόμος για να δοθούν τα κλειδιά σε όσους επαγγέλλονται ότι θα το ακυρώσουν», σημείωσε και τόνισε ότι «η πιο ρεαλιστική οδός είναι η συντεταγμένη απεμπλοκή από το μνημόνιο» με διαδικασία που αναθεωρεί τον τρόπο διαπραγμάτευσης με την τρόικα, τη φορολογική πολιτική, μεταφέρει την ανακεφαλαιοποίηση στο ευρωπαϊκό ταμείο και ρίχνει το βάρος της ανάπτυξης στην πραγματική οικονομία. «Οι πολιτικές έτσι θα είναι αντικείμενο μιας νέας συμφωνίας» χωρίς τη «βεβαρημένη» παρουσία του ΔΝΤ. Μεταξύ των προτάσεών του είναι να τεθεί η διαχείριση της λήξης ομολόγων και κρατικών χρεών στην τρόικα και ταυτόχρονα το κράτος να αναλάβει τα έξοδα λειτουργίας του με δεδομένη την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος «όπως πανηγυρικά -ελπίζω και πραγματικά- ανακοίνωσε». Επεσήμανε ότι για την επανεκκίνηση της οικονομίας «χρειάζεται πρόγραμμα εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, δικό μας χωρίς υπαγόρευση» με κεντρική γραμμή που θα συνδυάζεται στο δίπολο «περισσότερη και καλύτερη αγορά-λιγότερο και καλύτερο κράτος». Στις μεταρρυθμίσεις, είπε, θα πρέπει να περιλαμβάνεται γενναία τομή στο ασφαλιστικό με ενιαίο ταμείο και μεταρρύθμιση στις ΔΕΚΟ. Τέλος, ο κ. Χριστοδουλάκης τάχθηκε υπέρ της «με κάθε τρόπο διαμόρφωσης ενός μεγάλου εθνικού συνασπισμού».

 

Απαντώντας στον κ. Χριστοδουλάκη, ο Φ. Σαχινίδης επεσήμανε ότι η ύφεση προϋπήρχε της επιβολής του μνημονίου και ξεκίνησε το 2008 και ότι «δεν έχει ακούσει κάποια εναλλακτική πρόταση για το πώς θα μπορούσαμε να μειώσουμε ένα  πρωτοφανές πρωτογενές έλλειμμα». Οι μεταρρυθμίσεις έπρεπε να συνεχιστούν με την ίδια ένταση όπως πριν την ένταξη στην ΟΝΕ, μετά από την οποία αρχίσαμε να χάνουμε στην ανταγωνιστικότητα.

 

«Όλα αυτά έγιναν χάρη στις θυσίες του λαού και των αποφάσεων του πρώτου προγράμματος προσαρμογής, εν μέσω μιας ηττοπαθούς Ευρώπης που προσκάλεσε το ΔΝΤ, αλλά και της έλλειψης πολιτικής συναίνεσης στο εσωτερικό της χώρας. Με το πρόγραμμα μειώθηκε το έλλειμμα το 2010 κατά 5%. Έτσι έγινε δυνατό σήμερα να μιλάμε για τη δυνατότητα επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος. Το ερώτημα είναι αν σήμερα συμφωνούμε ποια είναι η ανάπτυξη που δίνει λύση στα προβλήματα. Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να είναι παγιδευμένη σε ένα παλιό παραγωγικό μοντέλο. Η ελληνική οικονομία μπορεί να μπει σε μονοπάτι διατηρήσιμης ανάπτυξης με την προϋπόθεση ότι η χώρα θα προχωρήσει στο μετασχηματισμό της παραγωγικής της βάσης», είπε.

 

Το νέο ΠαΣοΚ, παρατήρησε ο πρώην υπουργός, οφείλει μετά την κρίση να διεκδικήσει τον ρόλο του, να επαναπροσδιορίσει ποιους θέλει να εκφράσει και δεν μπορεί να είναι άλλοι από τον κόσμο της εργασίας αλλά και της δημιουργίας. «Το ΠαΣοΚ πρέπει να συνεχίζει την πορεία του ως ο πολιτικός φορέας των πολιτικών αλλαγών αλλά και των μεταρρυθμίσεων. Να προσδιορίσει με ποιους μπορεί και πρέπει να συνεχίσει, με ποια στόχευση και ποιες προγραμματικές συμφωνίες, οι συμμαχίες όμως δεν μπορούν να  ακυρώνουν τον λόγο ύπαρξής μας και η επισήμανση αυτή αφορά τις συμμαχίες και προς τις δύο κατευθύνσεις.  Η δημόσια συζήτηση και με τους  ευρωπαίους εταίρους για την αξιολόγηση στα μέσα του Σεπτέμβρη δεν πρέπει να εξαντληθεί στο δημοσιονομικό αλλά στην πορεία εξόδου από το μνημόνια. Το ΠΑΣΟΚ έχει τη δυνατότητα να πιέσει στην κατεύθυνση αυτή», επεσήμανε.

 

Ν. Μπίστης: Οι ευρωεκλογές ευνοϊκό πεδίο για την συγκρότηση μια ελληνικής “Ελιάς”

 

«Το αίτημα για τη διαμόρφωση μιας ισχυρής παράταξης ώστε να μην αφεθεί η χώρα στο δίλημμα ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ, είναι επιτακτικό», τόνισε ο Νίκος Μπίστης.

 

Ο κ. Μπίστης υπογράμμισε ότι «πρέπει να δημιουργήσουμε έναν ισχυρό κεντροαριστερό πόλο» και σημείωσε ότι «οι επικείμενες ευρωεκλογές είναι ένα ευνοϊκό πεδίο για την συγκρότηση μια ελληνικής “Ελιάς” που θα κατέβει στις εκλογές κάτω από την πανευρωπαϊκή ομπρέλα του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος».

 

Ως προς αυτό, είπε ότι «δεν μας αρκεί το άθροισμα των υπαρχόντων κομμάτων, ακόμα και αν η ΔΗΜΑΡ αλλάξει προσανατολισμό» και πως «χρειαζόμαστε το συνδυασμό του νέου (προγραμματικά και ηλικιακά) με το παλιό που είναι ακόμα χρήσιμο» και «μια πρωτότυπη σύνθεση που θα δημιουργήσει δυναμική και θα αποκαθηλώσει τα εκλογικά ποσοστά δίνοντας ορμή και αυτοπεποίθηση στον κόσμο μας».

 

Για το ποια πρέπει να είναι η σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ σε αυτές τις διεργασίες, ο κ. Μπίστης ανέφερε: «Το πρώτο που νομίζω ότι όλοι έχουμε κατά νου είναι ότι η χώρα έχει κάνει πολύ δρόμο, αλλά ακόμα έχει ένα κρίσιμο διάστημα να διανύσει», ότι «η συγκρότηση της κεντροαριστεράς δε θα βάλει σε κίνδυνο την πολιτική σταθερότητα, που εγγυάται με όλα της τα εγγενή προβλήματα η σημερινή κυβέρνηση». Ο ίδιος υποστήριξε  πως «ο ΣΥΡΙΖΑ ποντάρει στην δημιουργία κοινωνικού χάους, ελπίζοντας ότι αυτό θα τον ωφελήσει εκλογικά, αγνοώντας την επόμενη μέρα και τα κέρδη που μια τέτοια εξέλιξη θα προσπορίσει στην εμφανιζόμενη ως αντισυστημική ναζιστική Χρυσή Αυγή».

 

Ωστόσο, τόνισε πως «αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε αδιάφοροι για την πορεία και τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ» και «πολύ περισσότερο για τον κόσμο που από την κάλπη του ΠΑΣΟΚ μεταπήδησε στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ», διευκρινίζοντας ότι μιλά για τον κόσμο και «όχι για εκείνο το στελεχικό δυναμικό που εκπροσωπεί ό,τι πιο αναχρονιστικό κυκλοφορεί».

 

Σε κάθε περίπτωση, όπως υποστήριξε ο κ. Μπίστης, «ο χειρότερος τρόπος για να πείσεις και να επαναπατρίσεις στις γραμμές της κεντροαριστεράς τον κόσμο αυτόν είναι να αναγνωρίσεις πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση της κεντροαριστεράς στον ΣΥΡΙΖΑ».

 

Τόνισε ότι «ο καλύτερος και αποτελεσματικότερος τρόπος για να επανασυνδεθούμε με αυτόν τον κόσμο είναι να συγκροτήσουμε τη μεγάλη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερή παράταξη και να απευθυνθούμε με αυτοπεποίθηση σε αυτούς». Καταλήγοντας, είπε ότι προαπαιτούμενο είναι η υπόθεση να προχωρήσει χωρίς ηγεμονισμούς και αποκλεισμούς, ενώ έκλεισε με τη «βεβαιότητα» ότι «όλοι μαζί μπορούμε».

 

Ομιλία Γιαννίτση

 

Ο πρώην υπουργός Εργασίας, Τάσος Γιαννίτσης επεσήμανε ότι «οι επιλογές που έχουμε δεν είναι μονόδρομος, αλλά δεν είναι και όποιες θέλουμε». Αφού σημείωσε ότι «η πραγματικότητα διασπά συχνά την ιδεολογία», σημείωσε ότι δεν μπορεί συνεχώς η ιδεολογία να απέχει από την πολιτική γιατί αυτό μπορεί να φέρει «κατάρρευση». Για την αριστερά, τόνισε πως «είτε θα μείνει προσκολλημένη σε ιδεοληψίες υποστηρίζοντας λύσεις αδιέξοδες είτε θα ετεροκαθορίζεται από τις συγκυρίες είτε θα αναζητήσει με ανοικτό πνεύμα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον τις λίγες αλλά πραγματικές αξίες με τις οποίες μπορεί να κερδίσει την πολιτική και ιδεολογική της μάχη». Είπε ακόμα ότι πλέον «το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να καθοδηγήσει την κοινωνία έστω και με πολιτικό κόστος, αλλιώς θα πληρώσει το κόστος της μη επιλογής και της αδράνειας που θα είναι πιο σκληρό».

 

Ο κ. Γιαννίτσης υποστήριξε πως «έχουμε υποχρέωση να εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση και την αυταρέσκεια ότι η κεντροαριστερά ξεκινά από εμάς και ότι είμαστε πρωταγωνιστές στο έργο αυτό», για να σημειώσει ότι «αν μας ενδιαφέρει να στηρίξουμε κάτι συλλογικό, οι προσωπικές ατζέντες πρέπει να ισοπεδωθούν».

 

Εκτίμησε ακόμα ότι «το σκηνικό από εδώ και πέρα θα είναι σκληρά διαφορετικό από ό,τι το γνωρίσαμε», εξηγώντας πως «όταν επανέλθει ο δανεισμός από τις αγορές, έξω από τα μνημόνια, θα είναι πιο περιορισμένος και δύσκολος».

 

Β. Παπανδρέου: «Οι επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής είναι μεγαλύτερες από ό,τι αν είχαμε πόλεμο»

 

«Απαιτείται εθνική συνεννόηση πάνω σε ένα σχέδιο ανάταξης της χώρας», τόνισε η Βάσω Παπανδρέου, στην ομιλία της.

 

Η κα Παπανδρέου σημείωσε ότι «τα κόμματα του συνταγματικού τόξου, παρά τις διαφορές τους, πρέπει να στηρίξουν κυβέρνηση αποφασισμένη να οδηγήσει στην ανόρθωση της χώρας», με στελέχη αποφασισμένα και πρόθυμα να μη συμμετάσχουν απαραίτητα στις επόμενες εκλογές, με «ορισμένο ορίζοντα αλλά ικανό για να επιτύχει πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να επαναδιαπραγματευτεί τη μείωση του βάρους του χρέους και αλλαγή πολιτικής με έμφαση στην ανάκαμψη».

 

Επιπλέον, αφού διευκρίνισε ότι δεν θέτει «θέμα Πρωθυπουργού, αλλά θέμα ευρύτητας και ποιότητας του σχήματος», η κ. Παπανδρέου σημείωσε ότι πάνω από όλα χρειάζεται μια κυβέρνηση που θα κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις της χώρας, που θα εμπιστευτεί άξια στελέχη πέρα από κόμματα και θα σπάσει τις σχέσεις εξάρτησης με συμφέροντα.

 

Είπε ακόμα ότι οι επιπτώσεις της ασκούμενης πολιτικής είναι μεγαλύτερες από τις επιπτώσεις στις ΗΠΑ στο Κραχ του ‘29 ή από ό,τι αν είχαμε πόλεμο και πως έτσι υπονομεύεται κάθε προοπτική ανάπτυξης για χρόνια.

 

Ακόμη, υποστήριξε ότι «η εξίσωση για το χρέος δεν βγαίνει» και πως «χρειάζεται διαγραφή μεγάλου μέρους του δημόσιου χρέους για να κάνει η χώρα καινούρια αρχή».

 

Πρόσθεσε επίσης ότι «αν αυτή η λύση είχε εφαρμοστεί από την αρχή, σήμερα κανείς δεν θα μιλούσε για την Ελλάδα» και πως «τότε είχαμε μεγαλύτερη δύναμη διαπραγμάτευσης από σήμερα αλλά δεν είχαμε και δεν αποκτήσαμε σχέδιο για τη χώρα».

 

Η κ. Παπανδρέου είπε ότι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν, ότι πολλές έπρεπε να έχουν γίνει εδώ και χρόνια, αλλά χρειάζονται σχέδια. Η ίδια υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει επιτύχει πάρα πολλά και πως παρόλο που η πολιτική που ακολουθείται μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές εκρήξεις, «ωστόσο είμαστε μάρτυρες μιας ισοπεδωτικής κριτικής από εκείνους που συνέβαλαν καθοριστικά στη στρέβλωση».

 

«Όσο κι αν αντιλαμβάνομαι το πνεύμα του Θ. Πάγκαλου, ούτε όλοι μαζί τα φάγαμε ούτε έχουμε όλοι τις ίδιες ευθύνες», είπε για να επιρρίψει τις ευθύνες πρωτίστως στη ΝΔ, η συγκυβέρνηση με την οποία «προέκυψε ως αναγκαιότητα για να μην καταρρεύσει η χώρα».

 

Αναφορικά με το θέμα της Κεντροαριστεράς, υποστήριξε ότι «δεν είναι ζήτημα συσχετισμών και προσωπικών διευθετήσεων», ότι «δεν μπορούμε να καθόμαστε σε ένα τραπέζι και να αθροίζουμε ποσοστά», αλλά ότι «πρέπει να αναζητήσουμε το δρόμο και μετά να καλέσουμε τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν». «Η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να βρει διέξοδο, διαφορετικά η ακροδεξιά θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη πρόκληση», σημείωσε.

 

«Χωρίς στέρεες και ειλικρινείς θέσεις απέναντι στο λαό δεν μπορούμε να περιμένουμε έξοδο από την κρίση αλλά και ανασυγκρότησης της παράταξης», υπογράμμισε ο Πέτρος Ευθυμίου.

 

πηγή: metarithmisi.gr

Σχόλια

Πολιτική

Περισσοτερα στην κατηγορια Πολιτική

Copyright © 2015-2016 Clevernews