Κινηματογράφος

“Ο Δικαστής” (…κι ο δικηγόρος, βγάλαν τα κάστανα απ’ τη φωτιά)

“Ο Δικαστής” (…κι ο δικηγόρος, βγάλαν τα κάστανα απ’ τη φωτιά)

BwDl4CgCcAAblve

Βαθμολογία:***

Χρόνος: 141′ / Κατηγορία: Δράμα

Σκηνοθεσία: David Dobkin

Πρωταγωνιστούν: Robert Downey Jr, Robert Duvall, Vera Farmiga, Billy Bob Thornton, Vincent D’ Onofrio, Jeremy Strong, Dax Shepard.

Ένας συνήγορος απέναντι στον δικαστή, ένας γιος πλάι στον πατέρα του…

Ο Χανκ Πάλμερ, είναι επιτυχημένος μεγαλοδικηγόρος της Νέας Υόρκης. Μέγας ατακαδόρος, έξυπνος, ετοιμόλογος και πάντα πρόθυμος να υπερασπιστεί ενόχους με μεγάλο πορτοφόλι. Στα του οίκου του, καλός πατέρας μα σύζυγος ενός προβληματικού γάμου, ετοιμάζεται για το διαζύγιο όταν πληροφορείται το θάνατο της μητέρας του. Παρατάει λοιπόν τη Νέα Υόρκη και ταξιδεύει ως την πατρίδα του, στην Ιντιάνα, για να παραστεί στην κηδεία. Εκεί, ξαναβρίσκει τ’ αδέρφια του, τον εφηβικό του έρωτα, αλλά και τον… “δικαστή”. Ή αλλιώς, τον πατέρα του, αξιότιμο δικαστή της περιοχής, με τον οποίο ο Χανκ έχει να μιλήσει χρόνια. Κι ενώ η ψυχρότητα στις σχέσεις τους δεν θερμαίνεται ούτε λίγο στην κηδεία, έρχεται ένας άλλος θάνατος να τους δέσει χειροπόδαρα μια και καλή. Ο “δικαστής” κατηγορείται για φόνο. Κι ο Χανκ οφείλει να τα βάλει τόσο με την αντίπαλη πλευρά, όσο και o_dikastisμε τον ξεροκέφαλο κατηγορούμενο πατέρα του, για να μπορέσει να τον γλυτώσει…

Με το δικαστικό κομμάτι να αποτελεί πρόφαση (και μόνο), ο άλλοτε σκηνοθέτης “ελαφρών” κωμωδιών Ντέιβιντ Ντόμπκιν (“Γαμομπελάδες”, “Οι ιππότες της Σανγκάης”) κινητοποιεί το ενδιαφέρον του θεατή, για να φέρει ύστερα από λίγο στο φως τον πραγματικό χαρακτήρα της ταινίας του. Ένα δράμα (οικογενειακών) σχέσεων, μια κόντρα πατέρα-γιού που κρύβει πίσω της πολλές και διάφορες αιτίες, αλλά και τη γκρινιάρικη επιστροφή του ασώτου (Χανκ) πίσω σε μια πατρίδα που ανακαλύπτει πως δεν τη μισεί εξολοκλήρου όπως αρχικά πίστευε. Πάνω σ’ αυτό το τελευταίο, μπορεί κανείς να παρατηρήσει έναν κάποιο διδακτισμό περί της… Αγίας Αμερικανικής Επαρχίας, που κατατάσσεται μάλλον στις παράπλευρες απώλειες του φιλμ.

Στο κέντρο της όλης ιστορίας, ο πατριάρχης, προσφάτως χηρεύσας “δικαστής” και η σχέση του με τους γιούς του. Και θυμίζει έντονα αυτό το 67κέντρο,  τον περσινό “Αύγουστο” (Τζούλια Ρόμπερτς, Μέριλ Στριπ) του Τζον Γουέλς. Με τη διαφορά πως, στην περίπτωση του “Δικαστή”, το προσωπικό σκηνοθετικό ύφος του Γουέλς αντικαθίσταται από μια πιο ανάλαφρη προσέγγιση, με δικαστική πλοκή, κλασικά χολυγουντιανά ενσταντανέ και κυρίως με πετυχημένο χιούμορ. Ο “Δικαστής” του Ντόμπκιν είναι πιο εύκολος, πιο ευχάριστος, πιο… ευρείας κατανάλωσης. Κρατιέται ωστόσο σε υψηλό επίπεδο, λόγω: του σεναρίου του, που είναι μεν φορτωμένο αλλά όχι παρα-φορτωμένο, του ρυθμού και του ύφους που φέρνουν στο νου χόλυγουντ άλλων εποχών, και φυσικά… των ερμηνειών.

Σ’ αυτές τις τελευταίες βασίζει, έτσι κι αλλιώς, το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας του. Ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ απ’ τη μια, κι ο Ρόμπερτ Ντιβάλ απ’ την άλλη, δεν ερμηνεύουν απλώς αλλά… κεντάνε, ο καθένας με τα δικά του όπλα.

Ο μεν Ντάουνι, βαδίζει μάλλον άνετα προς τις υποψηφιότητες των φετινών όσκαρ, αποδεικνύοντας πια πως έχει τη στόφα του μεγάλου ηθοποιού. Αυτού που δεν παίζει συνεχώς τα ίδια και τα ίδια, αλλά φέρνει τον κάθε χαρακτήρα στα μέτρα του, τον κάνει δικό του, τον κατακτά (η περίφημη ιστορία με το… πετσί του ρόλου), ή και κάτι 2014-10-18-rdjjudgebicycleπαραπάνω, τον δημιουργεί! Κάπως έτσι δημιούργησε κι εδώ, άλλον ένα αεράτο χαρακτήρα, ιδιοφυή, με ατάκα, παιχνιδιάρικο βλέμμα, ζωντάνια, στυλ, πανύψηλο εγώ, όμως και ένα χαρακτήρα που κράτησε με προσοχή τις αποστάσεις απ’ τις δυο μεγάλες του επιτυχίες. Αυτή ήταν άλλωστε και η μεγάλη του νίκη: Ο Χανκ Πάλμερ είναι πολύ Ντάουνι Τζούνιορ, χωρίς να είναι αντίστοιχα Τόνυ Σταρκ ή Σέρλοκ Χολμς.

Ο δε Ντιβάλ, βαδίζοντας πια στα 83 του, έχει κι αυτός στο τσεπάκι άλλη μια οσκαρική υποψηφιότητα. Χρησιμοποιώντας τα τρικ που χρόνια τώρα αποτελούν την ερμηνευτική του ταυτότητα, κυριάρχησε για άλλη μια φορά στην οθόνη, μ’ αυτό τον αθόρυβο μα τόσο επιβλητικό τρόπο που έχει robert-duvall-in-the-judge-movie-6-the-judge-found-guilty-of-being-a-great-movieνα πλασάρει τον εαυτό του, και τη μόνιμη πονηριά χαμένη κάπου στο σταθερό, εξιχνιαστικό βλέμμα του. Είναι το ίδιο βλέμμα που αυτή τη φορά λειτούργησε άψογα ως ανεξιχνίαστο, δημιουργώντας μια εξαιρετικά στρυφνή, γεροπαράξενη, δογματική μα συμπαθητική στο βάθος φιγούρα.

Πλάι στο πρωταγωνιστικό ντουέτο, ο αυτιστικός αδερφός που ερμηνεύει έξοχα ο Τζέρεμι Στρονγκ προσφέρει γέλιο και παιδική αθωότητα, την ώρα που ο Μπίλι Μπομπ Θόρτον, ο Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο και η (σε ακόμη μια ταινία) γοητευτικά αυτόνομη Βέρα Φαρμίγκα, κινούνται σε γνωστά τους μονοπάτια.

Ερμηνευτική απόλαυση λοιπόν, σεναριακό ενδιαφέρον, υφή παλιού (καλού) αμερικάνικου κινηματογράφου και σκηνοθεσία που χωρίς να κάνει το κάτι ξεχωριστό, δεν τα κάνει και θάλασσα. Τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ταινίας που με λίγο λιγότερο διεκπεραιωτική αφήγηση και μια δόση προσοχής στο μοντάζ, θα μπορούσε να είναι ένα σύγχρονο “Σκιές και Σιωπή”. Ακόμη κι έτσι πάντως, αξίζει τον κόπο. Αν όχι για οτιδήποτε άλλο, για δύο ηθοποιούς που αναμετρώνται, σε μια “μονομαχία” από κείνες που αποτελούν ένα απ’ τα ομορφότερα στοιχεία της τέχνης του κινηματογράφου.downey-duvall-judge

Υ.Γ. Η σκηνή της εξέτασης του “δικαστή” ως μάρτυρα, είναι μια σκηνή που από ένα σημείο κι ύστερα, ξεπερνά κάθε λογική δικαστικής αίθουσας. Ωστόσο το αποτέλεσμα αυτή της σκηνής είναι αρκετά δυνατό ώστε να δικαιολογεί  την έλλειψη ρεαλισμού. Ή με άλλα (νομικώς ορθότερα) λόγια, αν τα κίνητρα είναι αθώα, λίγη παραπάνω υπερβολή δεν είναι πια και έγκλημα.

Ηλίας Γεροντόπουλος

 

Σχόλια

Περισσοτερα στην κατηγορια Κινηματογράφος

Copyright © 2015-2016 Clevernews