Κινηματογράφος

“O φύλακας της μνήμης” (Αιωνία του η μνήμη…)

“O φύλακας της μνήμης” (Αιωνία του η μνήμη…)

o-fylakas-ths-mnhmhs-2014

Βαθμολογία:**

Χρόνος: 97′ / Κατηγορία: Sci-Fi, Δράμα

Σκηνοθεσία: Phillip Noyce

Πρωταγωνιστούν: Brenton Thwaites, Jeff Bridges, Meryl Streep, Odeya Rush.

Άλλο ένα διεθνές μπεστ σέλερ, άλλη μια πανέμορφη ιδέα, άλλο ένα φιλμ που δεν μπόρεσε να τη διαχειριστεί…

Ο Τζόνας είναι ένας συνηθισμένος τελειόφοιτος, σε μια μελλοντική, ουτοπική κοινωνία που ευημερεί. Συνηθισμένος; Όχι ακριβώς, καθώς όταν το συμβούλιο των πρεσβύτερων αυτής της κοινωνίας, ανακοινώνει τον επαγγελματικό προσανατολισμό του κάθε τελειόφοιτου, για τον Τζόνας επιλέγεται η θέση του “φύλακα της μνήμης”. Εκείνου δηλαδή που θα κληθεί να μάθει την ιστορία της ανθρωπότητας (την οποία αγνοούν οι πολίτες της κοινωνίας), ώστε να προσφέρει εμπειρία, αν ποτέ το απαιτήσουν οι περιστάσεις. Του μοναδικού πολίτη σ’ αυτό το ομοιόμορφο μέλλον, που θα έρθει σε επαφή με ζώα, θα δει χρώματα, θ’ ακούσει μουσική, θα μάθει τι είναι η αγάπη, θα νιώσει τον πόνο του θανάτου… Απ’ την επόμενη κιόλας μέρα, ο Τζόνας πηγαίνει στο σπίτι του “χορηγού”, κι αρχίζει να αποκτά όλες αυτές τις γνώσεις και τις εμπειρίες. Όμως όσο περισσότερα μέρη της αληθινής ζωής γνωρίζει, τόσο δυσκολότερο του είναι να συνεχίσει να ζειgiver001 στην αποστειρωμένη, άχρωμη κοινότητα. Κι ακόμη πιο δύσκολο γίνεται, το να κρατήσει μυστικά όσα ξέρει…

Με τη βασική ιδέα να θυμίζει Matrix (αυτό που ζούμε δεν είναι πραγματικό) και το περιβάλλον του μέλλοντος να φέρνει στο μυαλό το Gattaca, η ταινία του Φίλιπ Νόις έμπαινε στο γήπεδο με αέρα φαβορί. Με τον Τζεφ Μπρίτζες ως καθοδηγητή (ή μήπως υποκινητή;) του νεαρού πρωταγωνιστή και τη Μέριλ Στριπ σε ‘β ρόλο πολυτελείας, το ρόστερ ενέπνεε εμπιστοσύνη. Στο πρώτο μισάωρο, το ασπρόμαυρο παρόν που αποκτά χρώματα όσο ο πρωταγωνιστής αποκτά συναισθήματα, κερδίζει το στοίχημα. Κινητοποιεί το ενδιαφέρον. Σε γεμίζει προσδοκίες. Και κάπως έτσι τελειώνει το πρώτο ημίχρονο, γεμάτο ελπίδες, απαιτήσεις, και τον Μπρίτζες να γεμίζει την οθόνη με (άλλη) μια πληθωρική ερμηνεία. Όμως, στο δεύτερο ημίχρονο, όφειλαν να παρθούν σκηνοθετικές πρωτοβουλίες. Δύσκολες, θαρραλέες αποφάσεις. Δεν τις είδαμε ποτέ.

Κοινώς, ακριβώς την ώρα που έπρεπε να γίνει το άλμα, η μετάβαση απ’ το “καλή ιδέα” στο “καλή ταινία”, πάνω που θα ‘καναν την εμφάνισή τους το δράμα (ή το θρίλερ) και το σασπένς, ο σκηνοθέτης φοβήθηκε να πατήσει το γκάζι.

Φυσικό κι επόμενο βέβαια, αν αναλογιστεί κανείς παλιότερες δουλειές του Νόις. Ο “συμπαθητικός αλλά ως εκεί” Άγιος DF-00304C(Simon Templar), o απογοητευτικός Συλλέκτης Οστών, ακόμη και οι καλές ταινίες του σκηνοθέτη (Ο ήσυχος Αμερικάνος ή το Rabbit-proof sence) χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους απ’ αυτή την ατολμία, την αδυναμία να δώσει προσωπικότητα στα έργα του. Μια αδυναμία που φαίνεται σε όλο της το μεγαλείο (και) στον Φύλακα της μνήμης. Τελικά, η ταινία, παρότι γεμίζει σταδιακά με χρώματα, παραμένει άχρωμη, άγευστη και φοβισμένη. Είναι μια ταινία ψυχρή. Και φυσικά όχι με την (ιδιοφυή) κιουμπρική έννοια του όρου…

Συν τοις άλλοις, αυτή η έλλειψη σκηνοθετικής πρωτοβουλίας, αφήνει να βγουν στην επιφάνεια και οι κάμποσες σεναριακές προχειρότητες. Από ένα σημείο κι ύστερα, τα κενά λογικής είναι πολύ μεγάλα για να τα προσπεράσει κανείς. Η πορεία της δράσης χαρακτηρίζεται από μια απλοϊκότητα (όχι απλότητα) που σε κάνει να βαριέσαι αφόρητα, ακριβώς στο σημείο που θα ‘πρεπε να… ιδρώνεις! Ακόμη και κάνας δυο έξυπνοι συμβολισμοί, ακόμη και η τελική σύγκρουση της ασφάλειας με την αγάπη, δεν φαίνεται να πείθουν κανένα. Κυρίως γιατί, ενώ στην ταινία, απεικονίζεται τελικά η νίκη της αγάπης, ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι δεν προσπαθούν καν να κρύψουν την Bridges_Streep-CompositeA-Finalπροτίμησή τους στην ασφάλεια. Στην εύκολη λύση (της πλοκής αλλά και γενικότερα), στην προχειρότητα, στην παιδαριώδη (όχι παιδική) αφέλεια.

Κι ωστόσο, αυτό που δεν καταφέρνει να καλύψει η μετριότητα του όλου εγχειρήματος, είναι η αξία των ηθοποιών. Η θέληση, η νεανική περιέργεια και η ορμητικότητα του Μπρέντον Θουέιτς, το ακατάληπτο ερωτικό ξύπνημα στο πρόσωπο της Οντέγια Ρας, η αγέρωχα στιβαρή Μέριλ Στριπ, η άχρωμη (ρομποτική σχεδόν) γονεϊκή συμπεριφορά της Κέιτι Χολμς και του Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, κυριαρχούν στο σκηνικό και ανταποκρίνονται στην πρόκληση των απαιτητικών χαρακτήρων. Και φυσικά, το καλύτερο για το τέλος: ο υπέροχα επιβλητικός Μπρίτζες, με το γρέζι στη βαριά φωνή του, ζεστός, ανθρώπινος, βαθιά συμπαθής, κλέβει την παράσταση και κερδίζει το (όποιο) χειροκρότημα. Όπως συμβαίνει συνήθως με τα παραμύθια, είναι θανάσιμο πλήγμα να μαντεύεις εύκολα το “ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”, αν ο “παραμυθάς” δεν είναι ικανός να κρατήσει το ενδιαφέρον σου ζωντανό παρόλα αυτά. Και στο συγκεκριμένο παραμύθι, όλα θα κυλούσαν πολύ… “καλύτερα”, αν άφηναν απλώς τον Μπρίτζες να μας αφηγηθεί την ιστορία ενός νεαρού, που τον έλεγαν Τζόνας, κι έμελλε να δει χρώμα εκεί που οι άλλοι έβλεπαν κενό…  THE-GIVER-POSTER-3

 

Ηλίας Γεροντόπουλος

 

 

 

 

Σχόλια

Περισσοτερα στην κατηγορια Κινηματογράφος

Copyright © 2015-2016 Clevernews