Γνώμες

O Νίκος Ορφανός γράφει γιατί αγαπάει τόσο πολύ το Amadeus

O Νίκος Ορφανός γράφει γιατί αγαπάει τόσο πολύ το Amadeus

Πίσω στα μακρινά ‘80ς, συγκεκριμένα στα μέσα της δεκαετίας, το Πασαλιμάνι στον Πειραιά είχε περίπου πέντε κινηματογράφους. Ήταν μια κανονική κινηματογραφική πιάτσα. Κάθε σαββατόβραδο εκεί βγαίναμε τσάρκα, με την απαραίτητη ταινία φυσικά, καθότι το χαρτζιλίκι περιορισμένο και οι νυχτερινές μας εξορμήσεις είχαν ωράριο. Μιλάμε για εποχές, που οι κοπέλες, το αργότερο στις δέκα το βράδυ, έπρεπε να ήταν πίσω στο σπίτι. Πού οι μετέπειτα μέρες, που η νεολαία, ήδη από το γυμνάσιο, ξεκίνησε να βγαίνει τα μεσάνυχτα. Η κοινωνία ακόμη ήταν αυστηρών ηθών, που λένε.
Στο Πασαλιμάνι, λοιπόν, όπως και στο κέντρο του Πειραιά, εν γένει, κυκλοφορούσαν όλες οι λαϊκές του συνοικίες. Αυτό ακόμη συμβαίνει. Γι’ αυτό και ο Πειραιάς ελάχιστα εναλλακτικά μαγαζιά έχει, όσον αφορά τη διασκέδαση, η συντριπτική τους πλειοψηφία είναι μέινστρημ, λαϊκά ως επί το πλείστον, που να απευθύνονται όλα σε όλους.
Το ίδιο συνέβαινε και με τους κινηματογράφους. Οι περισσότερες ταινίες που παίζονταν ήσαν εμπορικές παραγωγές, αμερικάνικες ή ελληνικές σταθοψάλτικου και Ζβαρτσενέγκικου τύπου, με αίθουσες παλιές και με ηχητικά συστήματα οικιακού στερεοφωνικού, πλην της φοβερής Ζέας, στη Ζέα, που είχε το καλύτερο στερεοφωνικό ηχοσύστημα, και εκεί βλέπαμε όλες τις μουσικές ταινίες, από το Flashdance μέχρι το Μπλε Βελούδο.
Χειμώνας του 1984, λοιπόν, και βολτάρουμε με την εφηβική μου παλιοπαρέα, προσπαθώντας να διαλέξουμε ταινία. Τις περισσότερες προτιμήσεις συγκέντρωνε οΜπάτσος του Μπέβερλι Χιλς, παρόλο που ο Έντι Μέρφι δε με συγκινούσε ιδιαίτερα, αλλά τότε συνέβαινε το εξής: αν κάποιος στο σχολείο έβλεπε μια ταινία, και την άλλη μέρα τη διηγιόταν με πάθος στα διαλλείματα, έπρεπε εξάπαντος να τη δούμε και οι υπόλοιποι. Ο «Μπάτσος» είχε διαδοθεί ότι έχει πιστολίδι, οπότε, κατηφορίζαμε ντουγρού για την αίθουσα. Παράλληλα κοντοστεκόμασταν να δούμε τι παίζανε και στα υπόλοιπα σινεμά.
Σε ένα από αυτά βλέπω μια ταινία, λίγο «κάπως». Amadeus, ο τίτλος, και στις φωτογραφίες στη μαρκίζα του κινηματογράφου κάτι άνθρωποι με περίεργες περούκες, και μια αίσθηση ότι η ταινία αυτή είναι αλλιώτικη, από όσες μέχρι τότε είχα δει. «Αυτή θέλω να δω», δήλωσα, στους άναυδους συμμαθητές μου. «Ρε βλάκα, δεν είπαμε να δούμε τον Έντι Μέρφι;». «Εγώ θα δω αυτή», τους ξαναείπα με πεποίθηση. «Ε, τότε δέστη μόνος σου», μου δήλωσαν και με άφησαν σύξυλο μπροστά στο ταμείο, «ραντεβού στο τελευταίο λεωφορείο», μου πέταξε ο Χρήστος, καθώς απομακρύνονταν, έβγαλα το εισιτήριό μου και η σκοτεινή αίθουσα με κατάπιε.

 
Υπόθεση: Ο διάσημος συνθέτης Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ζει στη Βιέννη, υπό την εύνοια του βασιλιά, και διάγει βίο οριακά έκλυτο, σαν ένα είδος πρώιμου ροκ σταρ, δηλαδή, έχει λεφτά, θαυμαστές και ερωμένες, γυναίκα και παιδί και ένα φανατικό οπαδό που είναι ταυτόχρονα και ο μεγαλύτερος εχθρός του. Ο εχθρός του αυτός, είναι οΑντόνιο Σαλιέρι, ιταλικής καταγωγής συνθέτης, που ζει και αυτός στη βασιλική Αυλή και συνωμοτεί συνεχώς για να  μειώσει την εύνοια του βασιλιά προς το Μότσαρτ, παρ’ όλο που ο ίδιος τον θαυμάζει αφάνταστα. Αυτή η πάλη αγάπης – φθόνου μέσα του κάνει το Σαλιέρι έναν ήρωα συμπαθή μέσα στη σατανική του μηχανορραφία.

 

Η ταινία με άφησε άναυδο. Πρώτη φορά στη νεαρή μου ζωή, με καθήλωνε ένααπόσπασμα κλασικής μουσικής, και μάλιστα ως εισαγωγή σε ταινία. Από την έναρξη, που ο ηλικιωμένος Σαλιέρι αφηγείται τη σχέση του με το Μότσαρτ, σε έναν έκπληκτο ιερέα, τα αποσπάσματα από τις όπερες εναλλάσονται με σκηνές σκοτεινού πάθους, με μια δεξιοτεχνία που ο Τσέχος Μίλος Φόρμαν φτάνει στο απόγειό της.

Ανθολογώ, τη σκηνή που ο Αμαντέους σε ένα ξέφρενο πάρτυ της εποχής, παίζει πιάνο ανάσκελα,  την όπερα με τη βουβή σεκάνς του μπαλέτου και τους χορευτές να στροβιλίζονται στη σιωπή, τις στιγμές που ο Σαλιέρι –συγκλονιστικός ο Μάρεϊ Άμπραχαμ-  κρυμμένος στο θεωρείο εκστασιάζεται με τη  μουσική του αντιπάλου του, καθώς και όλη τη διαδικασία σύνθεσης του ρέκβιεμ, του τελευταίου, ημιτελούς έργου του Μότσαρτ, μαζί με την «εποχική» του παράσταση στην ταινία, μια πραγματική κάθοδο στον Άδη με φόντο τη χιονισμένη Βιέννη.
Η άνοδος και η κοινωνική πτώση, η ματαιοδοξία της φήμης, οι δαίμονες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο άκρατος εγωισμός, όλα υπάρχουν εδώ, σε  μια ταινία, που σπάνια είδαμε αντίστοιχη έκτοτε, κυρίως αν αναλογιστούμε, το ότι τότε οι ταινίες γυρίζονταν αναλογικά, χωρίς ψηφιακά φτιασίδια και διορθώσεις.

Ο Τομ Χαλς υποδύεται το Μότσαρτ, ένας ηθοποιός που «χάθηκε» μετά από αυτό το αριστούργημα, ο Άμπραχαμ, γνωστός ήδη θεατρικός ηθοποιός δημιουργεί έναν αξέχαστο Σαλιέρι, θα διαπρέψει ένα χρόνο αργότερα και ως Ιεροεξεταστής, στο Όνομα του ρόδου, και ο Φόρμαν, γυρίζει την καλύτερή του ταινία, μετά τη Φωλιά του Κούκου.
Η ταινία σαρώνει στα βραβεία της Αμερικάνικης Ακαδημίας: Όσκαρ ερμηνείας στον Άμπραχαμ, όσκαρ σκηνοθεσίας στο Φόρμαν, καλύτερη ταινία, σκηνικά, κοστούμια, σενάριο, ήχος και μακιγιάζ.
Λίγους μήνες μετά αγόρασα το soundtrack της ταινίας, από το Φιλοδίσκ, στην Εμμ. Μπενάκη, διπλό βινύλιο εισαγωγής παρακαλώ, 2500 δραχμές τότε, όλο μου το μαθητικό χαρτζιλίκι επενδύθηκε στην κλασική μου επιμόρφωση. Και μάλλον, έπιασαν τόπο!

 

Αυτή την εποχή μπορείτε να απολαύσετε τον Νίκο Ορφανό στην παράσταση La Nonna που παίζεται με μεγάλη επιτυχία για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Ακάδημος (Ιπποκράτους 17 & Ακαδημίας, τηλ.: 2103625119)

 

Πηγή: http://www.comingsoon.gr/

Σχόλια

Γνώμες

Περισσοτερα στην κατηγορια Γνώμες

Copyright © 2015-2016 Clevernews