Ελλάδα

Σκληρή επίθεση της Alpha Bank στην τρόικα – Επιζήμια η στάση της

Σκληρή επίθεση της Alpha Bank στην τρόικα – Επιζήμια η στάση της

Σκληρή επίθεση στην τρόικα κάνει το “Εβδομαδιαίο Δελτίο” της Alpha Bank για τις διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση. Τις χαρακτηρίζει ανεξήγητες, ενώ δεν βλέπει με καλό μάτι ότι είναι “εκ νέου ατέρμονες”.
Την εκτίμησή του τη στηρίζει στη εντυπωσιακή πορεία της δημοσιονομικής προσαρμογής έως σήμερα και τις σαφείς προοπτικές ανάκαμψης και ανάπτυξης της οικονομίας στην περίοδο 2015-2020, καθώς και στην πρωτοφανή πρόοδο στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της ενίσχυσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας”.

Παράλληλα τονίζει ότι διαιώνιση των διαπραγματεύσεων σε αυτά τα θέματα έχει σαφώς επιζήμιες επιπτώσεις για την ανάπτυξη και για τη απρόσκοπτη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, ενώ χαρακτηρίζει αόριστα τα θέματα που προβάλλει η τρόικα.

Πιο αναλυτικά στο Δελτίο αναφέρεται ότι: Συνολικά, με τη λήξη της 6ης αξιολόγησης θα πρέπει να εκταμιευτούν δόσεις ύψους € 3,5 δισ. από το ΔΝΤ, € 1,8 δισ. από το ESM και € 2,47 δισ. από τα κέρδη των ευρωπαϊκών τραπεζών από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους. Συνολικά: € 7,8 δισ. Επιπλέον, € 3,5 δισ. θα πρέπει να εκταμιευτούν από το ΔΝΤ με τη λήξη της 7ης αξιολόγησης, η οποία μάλλον θα συνδυασθεί με την σύναψη συμφωνίας, για μια προληπτική πιστωτική γραμμή με ενισχυμένες προϋποθέσεις (Enhanced Conditions Credit Line – ECCL) από ESM κατά το 2015.

Τέλος, με τη λήξη της 7ης αξιολόγησης θα πρέπει να έχει αποφασιστεί και η τύχη των € 11,4 δισ. του ΤΧΣ, τα οποία δεν είναι πια αναγκαία για την ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών. Σημειώνεται ότι αν η χώρα λάβει τα € 11,3 δισ. των προγραμματισμένων δόσεων της χρηματοδοτικής ενίσχυσης έως τις αρχές του 2015, τότε αντιμετωπίζει ένα πολύ μικρό (γύρω στα €3 δισ.) χρηματοδοτικό έλλειμμα το 2015, ακόμη και αν δεν αντλήσει πρόσθετους πόρους το έτος αυτό από το ΔΝΤ ή την προληπτική πιστωτική γραμμή του ESM.

Το έλλειμμα αυτό μπορεί κάλλιστα να καλυφθεί από τις αγορές. Προϋπόθεση για την εξέλιξη αυτή είναι ότι θα εκτελεστεί με επιτυχία ο Προϋπολογισμός του 2015 που μόλις ανακοινώθηκε και ότι θα ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις που ήδη εξασφαλίζουν την ανάκαμψη της οικονομίας.

Η μη έγκαιρη επίτευξη συμφωνίας για τα ανωτέρω θέματα στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με την Τρόικα, που άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 2014 και συνεχίζονται ως σήμερα, φαίνεται να οφείλεται σε θέματα που είναι εξαιρετικά αόριστα, μάλλον οριακά (έχει ήδη πραγματοποιηθεί το 95% των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων) και εκτός των σημερινών προτεραιοτήτων στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής.

Έχουν πράγματι διαρρεύσει κατάλογοι με τα «προαπαιτούμενα» που πρέπει να έχει υλοποιήσει η Κυβέρνηση για να κάνει δυνατή την νέα έλευση της Τρόικα στην Ελλάδα και την επιτυχή λήξη της 6ης Αξιολόγησης της πορείας προόδου του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, όπως προαναφέρθηκε. Ωστόσο, τα προαπαιτούμενα αυτά αποτελούν, όπως αναλύεται στη συνέχεια, υπέρμετρα λεπτομερειακές και εξαιρετικά χαμηλής προτεραιότητας παρεμβάσεις πολιτικής, οι οποίες μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις είναι εμφανώς αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας όσον αφορά τη συμβολή τους στην επίλυση της ελληνικής κρίσης.

O προϋπολογισμός του 2015 (Π2015) είναι ο 3ος κατά σειρά προϋπολογισμός που επιδιώκει αυξανόμενο πρωτογενές πλεόνασμα στη Γενική Κυβέρνηση (Γ.Κ.), κατά τον ορισμό του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής (ΠΟΠ) που έχει συμφωνηθεί με την Τρόικα. Επιβεβαιώνεται έτσι, η είσοδος της χώρας σε μία νέα εποχή δημοσιονομικής πειθαρχίας και οικονομικής σταθερότητας, όπου η επίτευξη των προγραμματισμένων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης της οικονομίας (αναμενόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,9% το 2015) και όχι της επιβολής νέων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η προοπτική για μια νέα καλύτερη του αναμενομένου υλοποίηση του Π2015 είναι σήμερα πολύ πιο ενισχυμένη από ότι ήταν τον Νοέμβριο του 2013 η προοπτική υλοποίησης του Π2014, με βασική προϋπόθεση την συνέχιση της εφαρμογής του ισχύοντος ΠΟΠ με έμφαση στην υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ήδη έφεραν την ανάπτυξη και τη σημαντική αύξηση της απασχόλησης το 2014. Με τα σημερινά δεδομένα, ο Π2015 δεν αντιμετωπίζει δημοσιονομικά κενά και το πιθανότερο είναι ότι, με τις ανωτέρω προϋποθέσεις, θα εκτελεστεί με πρωτογενές πλεόνασμα στη γενική κυβέρνηση μεγαλύτερο του προγραμματισμένου 3,0%, όπως ακριβώς συνέβη και με τους Π2012, Π2013 και Π2014.

Η πιστή υλοποίηση του Π2015 αποτελεί ζωτική ανάγκη για τη χώρα και το κλειδί για την επάνοδό της στις αγορές και για την αποτελεσματική χρηματοδότηση της δυναμικής αναπτυξιακής της προοπτικής. Γενικότερα, η σημαντικά πλεονασματική δημοσιονομική διαχείριση που προβλέπεται από το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) για την περίοδο 2014-2018 αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τη δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας έως το 2020 και την έξοδο από την κρίση. Διότι αυτή η πολιτική συμβάλλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, στην περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της και στην εδραίωση των συνθηκών εξωστρεφούς ανάπτυξης σε μονιμότερη βάση.

Ειδικότερα, ο Π2015 προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα στη Γ.Κ. 3,0% του ΑΕΠ, έναντι του εκτιμώμενου (με βάση τα στοιχεία υλοποίησης του Π2015 στο 10μηνο 2015) πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 1,84% του ΑΕΠ το 2014 και πραγματοποιηθέντος πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 1,18% του ΑΕΠ το 2013. Επίσης, το συνολικό έλλειμμα της Γ.Κ. (περιλαμβανομένων των πληρωμών τόκων) περιορίζεται στο -1,2% του ΑΕΠ το 2015, έναντι ελλείμματος -2,4% του ΑΕΠ το 2014 και -2,8% του ΑΕΠ το 2013.

Επομένως, το 2015 θα είναι επίσης το 3ο κατά σειρά έτος στο οποίο το έλλειμμα της Γεν. Κυβέρνησης στην Ελλάδα (με βάση το ΠΟΠ) διαμορφώνεται πολύ κάτω του -3,0% της Συνθήκης του Μάαστριχτ, και η 1η φορά μετά από πολλά χρόνια όπου ο προϋπολογισμός στο σύνολο του (περιλαμβανομένων δηλαδή των πληρωμών για τόκους) θα είναι ισοσκελισμένος όπως επιτάσσει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης στη Ζώνη του Ευρώ.

Σημειώνεται ότι στα ανωτέρω στοιχεία δεν συμπεριλαμβάνονται τα έσοδα από τις επιστροφές στην Ελλάδα των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ΖτΕ από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους (SMP και ANFA), τα οποία το 2014 εκτιμώνται στα € 2,42 δις, έναντι € 2,7 δις το 2013.

Σε κάθε περίπτωση, αναμένεται να υπάρξει νέα υπέρβαση του στόχου του ΠΟΠ για το πρωτογενές πλεόνασμα της ΓΚ ύψους € 615 εκατ. το 2014, μετά την υπέρβαση του αντίστοιχου στόχου κατά € 2,15 δις το 2013, ενώ και για το 2015 προβλέπεται μικρή υπέρβαση του σχετικού στόχου κατά € 50 εκατ..

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, το προβλεπόμενο πρωτογενές πλεόνασμα στη Γ.Κ. (3,0% του ΑΕΠ) το 2015 αναμένεται να επιτευχθεί χωρίς την ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι η ανάκαμψη της οικονομίας (δηλαδή η εκτιμώμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 3,3%) θα συμβάλλει στην αύξηση των φορολογικών εσόδων και των εσόδων από εισφορές στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), παρά την ήδη θεσπισθείσα μείωση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης κατά 30%, την προωθούμενη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης και την ουσιαστική εκλογίκευση του φόρου επί των ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) και του επιπλέον φόρου επί της περιουσίας (ΦΑΠ).

Τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού (Τ.Π.) εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 2,5% το 2015, μετά την αύξησή τους κατά 5,8% το 2014 με μείωση των επιστροφών φόρων κατά -8,3%. Συνολικά, σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης η αύξηση των εσόδων μπορεί να ανέλθει σε επίπεδα άνω του 1,5%, αν επαληθευθεί η εκτίμηση για αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 3,3%.

Προβλέπεται, εξάλλου, νέα μικρή μείωση των πρωτογενών δαπανών του Τ.Π. κατά € 580 εκατ., από τα πολύ χαμηλά επίπεδα του 2014, καθώς και η (ανέλπιστη) μείωση των δαπανών του ΠΔΕ κατά € 400 εκατ. Συνολικά σε επίπεδο ΓΚ η περαιτέρω προγραμματισμένη πτώση των πρωτογενών δαπανών εκτιμάται στα € 1,0 δις το 2015, πράγμα που, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα αύξηση των εσόδων της ΓΚ, οδηγεί στο προγραμματιζόμενο πρωτογενές πλεόνασμα 3,0% του ΑΕΠ.

Πιο αναλυτικά, στην Εισηγητική Έκθεση του Π2015 προβλέπεται ότι η εκτέλεση του Π2015 θα στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στην αναμενόμενη ανάπτυξη της οικονομίας με την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ να εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 0,6% το 2014 (δεδομένης της αύξησης του ΑΕΠ κατά 0,6% στο 9μηνο.2014 και κατά 1,7% στο 3ο 3μηνο.2014) και ότι θα ανέλθει στο 2,9% (ονομαστικό ΑΕΠ +3,3%) το 2015, όπως άλλωστε προβλέπεται και από την Τρόικα.

Προσδιοριστικοί παράγοντες της ανάκαμψης (σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση) είναι: α) Η σημαντική άνοδος των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά +8,2% το 2014 (1ο 6μηνο 2014: +9,6%) και κατά 5,2% το 2015, β) η αύξηση των επενδύσεων κατά 1,0% το 2014 (μετά την πτώση τους κατά -5,6% στο 1ο 6μηνο.2014) και κατά 11,7% το 2015 και γ) η ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης με αύξησή της κατά 0,2% το 2014 και κατά 1,6% το 2015.

Σημειώνεται ότι η αύξηση των επενδύσεων το 2015 θα ενισχυθεί και από την ανάκαμψη των επενδύσεων σε κατοικίες, πιθανότατα από το 1ο 6μηνο 2015, μετά την τεράστια πτώση τους κατά -53,7% (σε εποχικά διορθωμένα στοιχεία) στο 1ο 6μηνο 2014. Ήδη παρατηρείται σημαντική επιβράδυνση της πτώσης των εκδοθεισών αδειών οικοδομών στο -4,4% σε ετήσια βάση στο 8μηνο.2014, από -31,9% στο 8μηνο.2013. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδύσεις σε κατοικίες, που εκτιμάται ότι θα αφαιρέσουν από τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ -0,7 πμ. το 2014, αναμένεται να συμβάλουν θετικά στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,2 πμ. το 2015.

Τέλος, οι καθαρές εξαγωγές θα συνεχίσουν να έχουν ουσιαστική θετική επίπτωση στην αύξηση του ΑΕΠ τόσο το 2014 (+0,65 πμ.) όσο και το 2015 (+0,70 πμ.). Σημαντική συμβολή στην αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών το 2015 αναμένεται να έχουν οι εξαγωγές αγαθών και λοιπών υπηρεσιών που ανακάμπτουν ήδη από τον Ιούν.2014 (με βάση τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος), καθώς και οι καθαρές εισπράξεις από τη ναυτιλία που επίσης ανέκαμψαν από το 2014. Από την άλλη πλευρά, δεν αναμένεται αρνητική επίπτωση στην αύξηση του ΑΕΠ από τις εισαγωγές πλοίων το 2015, η οποία το 2014 εκτιμάται στις -0,4 π.μ.

Η Τρόικα, όμως, φέρεται να εκτιμά την ύπαρξη δημοσιονομικού κενού ύψους περί τα € 2,6 δισ. (για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος στη ΓΚ ύψους 3,0% του ΑΕΠ) το 2015 και να πιέζει για τη λήψη πρόσθετων μέτρων από την Κυβέρνηση για την κάλυψή του. Η Κυβέρνηση πολύ σωστά εκτιμά ότι δεν υπάρχει κανένα δημοσιονομικό κενό το 2015, αφού έχει ήδη προγραμματίσει τη νέα μείωση των πρωτογενών δαπανών της ΓΚ κατά € 1,0 δισ. (με μέτρα που ήδη εφαρμόζονται σε συμφωνία με την Τρόικα) και το μόνο που χρειάζεται για να επιτευχθεί το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,0% του ΑΕΠ είναι η αύξηση των εσόδων της ΓΚ κατά 1,5%, όταν το ονομαστικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 3,3%.

Η εκτίμησή μας είναι ότι η αύξηση των εσόδων της ΓΚ το 2015 θα υπερβεί το 1,5%, διότι σε περίοδο υγιούς ανάπτυξης της οικονομίας η φοροδοτική δυνατότητα και η επιθυμία των φορολογουμένων για εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων αυξάνουν σημαντικά

Ειδικότερα:

Οι αιτιάσεις της Τρόικα ότι θα χαθούν έσοδα από τη νέα ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στο δημόσιο και στα ασφαλιστικά ταμεία, σε σύγκριση – προφανώς – με τα έσοδα που θα προέκυπταν με την προϋπάρχουσα ρύθμισή, δεν έχουν ουσιαστική βάση, όπως αναλύθηκε εκτενώς στο προηγούμενο εβδομαδιαίο Δελτίο.

Αντίθετα, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της οικονομίας είναι πολύ πιθανό ότι αφενός η μηνιαία δημιουργία ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς το κράτος θα μειωθεί και, αφετέρου, ότι ο ρυθμός εξόφλησης του αποθέματος των υποχρεώσεων θα αυξηθεί υπό την επίδραση και των πλεονεκτημάτων που παρέχει η ρύθμιση.

Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η ανταπόκριση των ασφαλισμένων στη νέα ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων από ασφαλιστικές εισφορές είναι ήδη πολύ ικανοποιητική μετά από μια εβδομάδα εφαρμογής της νέας ρύθμισης. Επίσης, η προσέλευση 10.000 περίπου φορολογουμένων για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους προς το κράτος την πρώτη ημέρα εφαρμογής της νέας ρύθμισης δείχνει αφενός τη μεγάλη αναγκαιότητα του μέτρου αυτού για την αποκατάσταση της ομαλότητας στη λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των νοικοκυριών και αφετέρου προεξοφλεί τη μεγάλη επιτυχία του όσον αφορά την αύξηση των εσόδων του κράτους από αυτή την πηγή, ιδιαίτερα κατά τα 2015.

Στο θέμα του ασφαλιστικού, οι δαπάνες του Τ.Π. για κοινωνική ασφάλιση και περίθαλψη εμφανίζονται στον Π2015 μειωμένες κατά € 1,53 δις (-9,6%) το 2014 και προγραμματίζεται η περαιτέρω μείωσή τους κατά € 460 εκατ. το 2015. Το γεγονός ότι αυτές οι επιχορηγήσεις από τον Τ.Π. διαμορφώνονται ακόμη σε σχετικά υψηλά επίπεδα (€ 14,4 δις το 2014, από € 13,76 που είχε προγραμματιστεί) οφείλεται αποκλειστικά στη σημαντική μείωση των εισπράξεων των ασφαλιστικών ταμείων από εισφορές, αφενός λόγω της διατήρησης της ανεργίας στο 26,5% το 2014 (από 27,3% το 2013) και αφετέρου της αδυναμίας (ή αποφυγής) των πληρωμών από πολλούς ασφαλισμένους λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων τους.

Επιπλέον, πολλοί ασφαλισμένοι μπορεί να εκτιμούν στην τρέχουσα περίοδο ότι με την υψηλή ανεργία πολύ δύσκολα θα επιτύχουν το ύψος των ενσήμων που απαιτείται ώστε να εξασφαλίσουν μια στοιχειώδη σύνταξη. Σε αυτό το περιβάλλον, το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί στην τρέχουσα περίοδο θα ήταν να προωθηθούν νέες παραμετρικές αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα (επιπλέον των δραστικών και πρωτοφανών αλλαγών παγκοσμίως που ήδη υλοποιήθηκαν στα προηγούμενα έτη) που να αφορούν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, τα ποσοστά αναπλήρωσης, τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης και άλλα συναφή.

Εάν επιχειρηθεί κάτι τέτοιο σήμερα θα έχει ως μόνη συνέπεια την περαιτέρω επιδείνωση (αντί για την απολύτως αναγκαία βελτίωση) του μεγάλου ταμειακού προβλήματος που αντιμετωπίζουν σήμερα τα Ταμεία, το οποίο το οποίο συμβάλλει στη διατήρηση της επιχορήγησης από τον Τ.Π. σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, αυτό το πρόβλημα θα περιορισθεί σταδιακά με την ανάκαμψη της οικονομίας, ενώ ο μόνος κίνδυνος μη περιορισμού του προέρχεται από την πιθανότητα διαταραχής της πορείας βελτίωσης της λειτουργίας του συστήματος με την ανάληψη νέων εντελώς αναίτιων πρωτοβουλιών επιβολής επιπλέον παραμετρικών αλλαγών σε ένα σύστημα που είναι τώρα απολύτως βιώσιμο.

Για την επίλυση και των τελευταίων ταμειακών προβλημάτων του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος, βασικός στόχος της Κυβέρνησης και της Τρόικας θα πρέπει να είναι σήμερα η ένταξη όλων των εργαζόμενων στο σύστημα και η πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών και γενικά η αύξηση των εισπράξεων από εισφορές.

Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα και οι αυτοαπασχολούμενοι, να έχουν βάσιμες ελπίδες ότι αυτά που πληρώνουν δεν θα πάνε χαμένα και ότι θα τους εξασφαλίσουν τα αναγκαία για τη διαβίωσή τους με μια ικανοποιητική σύνταξη όταν δεν θα μπορούν πια να εργάζονται. Επομένως, θα ήταν πραγματικά ακατανόητη η τυχόν εμμονή της Τρόικα για προώθηση νέων παραμετρικών αλλαγών στο ασφαλιστικό σύστημα στην τρέχουσα περίοδο μετά από τόσα που έχουν επιτευχθεί τα προηγούμενα έτη που τώρα αρχίζουν να εφαρμόζονται στην πράξη.

Στον τομέα του ΦΠΑ, επίσης θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το πρόβλημα δεν είναι η αύξηση των λίγων χαμηλών συντελεστών που ισχύουν ακόμη σε ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες στο 23%, αλλά η μείωση του συντελεστή 23% σε χαμηλότερα πιο λογικά επίπεδα και η είσπραξη του φόρου από όλους τους υπόχρεους σε αυτόν που ενώ τον παρακρατούν δεν τον αποδίδουν στο Δημόσιο.

Μάλιστα, στον τομέα αυτό υπάρχει αφενός η ανεξέλεγκτη φοροδιαφυγή με την πρακτική της μη έκδοσης αποδείξεων, και, αφετέρου, η άρνηση πληρωμής από μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων ακόμη και αυτών των, σημαντικά περιορισμένων, εσόδων από τον ΦΠΑ που πράγματι βεβαιώνονται. Η επίλυση αυτού του πολύ μεγάλου προβλήματος (που εκτός των άλλων οδηγεί και σε μεγάλη υποεκτίμηση και του ΑΕΠ της χώρας) δεν είναι προφανώς δυνατή με συντελεστή ΦΠΑ στο 23%. Τόσο η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας όσο και τα έσοδα από τον ΦΠΑ θα ενισχυθούν ουσιαστικά με τη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ σε επίπεδα συμβατά με το μέσο συντελεστή στις χώρες της ΕΕ-28 και με ταυτόχρονη περαιτέρω βελτίωση του μηχανισμού βεβαίωσης και είσπραξης των φόρων, ιδιαίτερα από αυτή την πηγή.

Προς το παρόν σημειώνεται ότι, η προγραμματιζόμενη αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ κατά 3,7% το 2015, μετά την αύξησή τους κατά 0,3% το 2014 είναι απολύτως εφικτή αφού η ανάπτυξη της οικονομίας θα είναι πολύ πιο ισχυρή το επόμενο έτος, και η εισπραξιμότητα των φόρων από την πηγή αυτή βελτιώνεται σταδιακά λόγω βελτίωσης της λειτουργίας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και λόγω βελτίωσης των προοπτικών εξόδου από την κρίση ενός μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων που αντιμετώπιζαν την απειλή εξόδου από την αγορά έως και το 2014. Ανάλογη επιχειρηματολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξηγηθεί γιατί είναι απολύτως εφικτή η αύξηση των εσόδων το 2015 από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα καύσιμα (παρά τη μείωσή του κατά 30% και παρά τη μείωση των τιμών των προϊόντων πετρελαίου) και στον καπνό κατά 1,5% και 1,3% αντίστοιχα.

Στον τομέα της απολύτως αναγκαίας επιτάχυνσης της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του μηχανισμού βεβαίωσης και είσπραξης των φόρων θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι θεσμικές και οργανωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν σημειωθεί έως σήμερα είναι πολύ σημαντικές, παρά το ότι τα αποτελέσματα όσον αφορά τη βελτίωση του ρυθμού είσπραξης των φόρων δεν είναι ακόμη πολύ εμφανή. Όσον αφορά την απαίτηση της Τρόικα για ανεξαρτησία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων είναι απολύτως σωστή. Ωστόσο, από πουθενά δεν προκύπτει ότι η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται ήδη.

Όσον αφορά τα διάφορα «προαπαιτούμενα» με τα οποία επιδιώκεται η περαιτέρω μείωση των πρωτογενών δαπανών του Τ.Π., που επίσης φέρεται να προωθεί η Τρόικα, αυτά θα πρέπει να εξετάζονται λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρωτογενείς δαπάνες του Τ.Π. σημείωσαν νέα εντυπωσιακή πτώση κατά -4,1% το 2014, μετά την πτώση τους κατά -6,9% το 2013 και κατά -7,8% το 2012. Επομένως, η πορεία προσαρμογής σε αυτό τον τομέα είναι ήδη εντυπωσιακή, ενώ η πτωτική πορεία αυτών των δαπανών θα συνεχιστεί και το 2015, με την προγραμματιζόμενη νέα πτώση τους κατά -1,2%.

Επιπλέον, ο περιορισμός των δαπανών θα συνεχιστεί και στα επόμενα έτη (ή η αύξησή τους θα συγκρατηθεί) με την αναμενόμενη βελτίωση της εισπραξιμότητας των εσόδων από εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και με την αναμενόμενη (και απολύτως αναγκαία) σημαντική αύξηση των εσόδων των ΟΤΑ και των νομικών προσώπων που εντάσσονται στη ΓΚ. Η Κυβέρνηση δίνει ήδη μάχες για την επίτευξη δραστικών μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς του Δημόσιου Τομέα και από πουθενά δεν φαίνεται ότι η επιθυμία της να αυξήσει ουσιαστικά την αποδοτικότητα της λειτουργίας αυτών των υπηρεσιών και οργανισμών είναι μικρότερη από αυτή της Τρόικας.

Η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων σε αυτόν τον πολύ δύσκολο τομέα θα εξαρτηθεί από την στρατηγική που θα ακολουθηθεί και από τις προτεραιότητες που θα τεθούν. Για παράδειγμα, ήδη σήμερα υπάρχει μεγάλη αλλαγή προς τη σωστή κατεύθυνση στη λειτουργία των πανεπιστημίων, παρά το ότι η μάχη της εκλογίκευσης της λειτουργίας τους δεν έχει ακόμη κερδηθεί. Θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στην ελληνική Κυβέρνηση να κερδίσει αυτή τη μάχη με τη στρατηγική που έχει επιλέξει τόσο στα πανεπιστήμια όσο και στους άλλους τομείς του δημόσιου τομέα.

Τέλος, αξιοσημείωτη εξέλιξη όσον αφορά τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι επίσης και οι μόλις ανακοινωθείσες εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τις οποίες η αύξηση του ΑΕΠ της Ελλάδος εκτιμάται τώρα στο 0,8% το 2014, στο 2,3% το 2015 και στο 3,3% το 2016. Αυτό αποτελεί μεγάλη βελτίωση έναντι των εκτιμήσεων του ΟΟΣΑ τον Μάιο 2014 για πτώση του ΑΕΠ κατά -0,3% το 2014 και για αύξησή του μόνο κατά 1,9% το 2015. Ειδικότερα, με την εκτίμησή του για αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,3% το 2016 ο ΟΟΣΑ φαίνεται τώρα να ευθυγραμμίζεται με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με μέσο ετήσιο ρυθμό άνω του 3,0% στην περίοδο 2016-2020 (από 1,5% που εκτιμούσε τον Νοέμβριο του 2013).

Αυτή η εκτίμηση, σε συνδυασμό με την ταχύτερη του αναμενομένου δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας στην περίοδο 2012-2014 και με τις εξαιρετικά ευνοϊκές προοπτικές για συνέχιση αυτής της πορείας βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών της χώρας και στα επόμενα έτη, σηματοδοτούν τη δυνατότητα μείωσης του δημοσίου χρέους της γενικής κυβέρνησης σε επίπεδα κάτω του 112% του ΑΕΠ το 2022 και κάτω του 80% του ΑΕΠ το 2030.

Ειδικότερα:

Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Π2015 το χρέος της γενικής κυβέρνησης θα ανέλθει στα € 318 δις (177,7% του ΑΕΠ) στο τέλος του 2014. Αν, ωστόσο, από αυτά αφαιρεθούν τα € 11,4 δις που είναι ταμειακά διαθέσιμα του ΤΧΣ και δεν θα χρειασθούν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τότε το πραγματικό χρέος της ΓΚ στο τέλος του 2014 θα είναι στα € 306,6 δις (171,3% του ΑΕΠ). Ξεκινώντας από αυτή την αφετηρία και με τις υποθέσεις ότι: α) το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά μέσο ετήσιο ρυθμό 3,2% στην περίοδο 2015-2022 (ονομαστικό ΑΕΠ: 4,8%), β) το μέσο πρωτογενές πλεόνασμα στη ΓΚ στην περίοδο 2015-2022 θα διαμορφωθεί στο 4,0% του ΑΕΠ, γ) στην περίοδο 2015-2022 θα υλοποιηθούν εισπράξεις ύψους: (1) € 9,5 δις από την επιστροφή των κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που κατέχουν,(2) € 7,5 δις από την άσκηση των warrants και την πληρωμή των προνομιούχων μετοχών των τραπεζών και (3) € 16,5 δις από ιδιωτικοποιήσεις, τότε, το χρέος της ΓΚ μπορεί να έχει μειωθεί στο 122,0% του ΑΕΠ το 2020 και στο 110,5% του ΑΕΠ το 2022, με προοπτική να μειωθεί σε επίπεδα κάτω του 80% του ΑΕΠ το 2030. Σημειώνεται ότι το ΔΝΤ προβλέπει ότι το χρέος της ΓΚ θα διαμορφωθεί στο 127,7% του ΑΕΠ το 2020 και στο 117,2% του ΑΕΠ το 2022, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την διαθεσιμότητα των € 11,4 δις του ΤΧΣ και χωρίς να εκτιμά την επίπτωση από την ιδιωτικοποίηση των τραπεζών.

Ωστόσο, αν η οικονομία εισέλθει σε πορεία ανάπτυξης άνω του 3,0% ετησίως από το 2015 (όπως προβλέπει και η Τρόικα και τώρα και ο ΟΟΣΑ) και εάν σε αυτή την περίοδο λειτουργεί με πρωτογενή πλεονάσματα στη ΓΚ άνω του 3,0% του ΑΕΠ, τότε το χρέος της χώρας είναι αναμφισβήτητα βιώσιμο διότι η μέση λήξη του μετά το 2015 υπερβαίνει τα 17 έτη και η μέση ετήσια δαπάνη για τοκοχρεολύσια στα επόμενα 20 έτη δεν υπερβαίνει το 6,5%-7,5% του ΑΕΠ ετησίως. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η πρόσβαση της χώρας στις αγορές θα είναι αυτονόητη με εξαιρετικά ευνοϊκές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και στην αύξηση της απασχόλησης.

Σύμφωνα με τις αποφάσεις του Eurogroup της 26ης Νοεμβρίου 2012, η περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους μπορεί να συνίσταται σε μείωση της δαπάνης για τόκους, ιδιαίτερα για το χρέος έναντι των κρατών μελών της Ζώνης του Ευρώ που ανέρχεται σε € 55 δισ. περίπου και σε μια νέα εξομάλυνση των λήξεων στα έτη κατά τα οποία αυτές υπερβαίνουν τα € 10 δισ..

Ειδικότερα, η πιθανή μείωση κατά 50 bps του επιτοκίου για το χρέος αυτό μπορεί να συνεπάγεται εξοικονόμηση δαπανών για τόκους ύψους € 275 εκατ. ετησίως. Επίσης, μια ενδεχόμενη εξομάλυνση των λήξεων ομολόγων και δανείων σε έτη που αυτές υπερβαίνουν τα € 10 δισ. (π.χ., το 2019 και το 2037-2039) θα διευκολύνει ακόμη περισσότερο την εξυπηρέτηση του χρέους, χωρίς αυτό, ωστόσο, να έχει επιπτώσεις στη διαμόρφωση του συνολικού χρέους ως % του ΑΕΠ.

πηγή: newsit.gr

Σχόλια

Ελλάδα

Περισσοτερα στην κατηγορια Ελλάδα

Copyright © 2015-2016 Clevernews