Γνώμες

Σόκερες Σταύρο;

Σόκερες Σταύρο;

«Επειδή το αδοκίμαστο και τ’ απ’ άλλου φερμένο το φοβούνται οι άνθρωποι»  είχε πει στο “Μονόγραμμά” του ο Οδυσσέας Ελύτης και αυτός ο στίχος του επισκέπτεται συνέχεια το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες, όταν ακούω τους παλιούς συνεργάτες του Σταύρου Θεοδωράκη από τον «Οργανισμό» και το «Κανάλι», όταν ακούω τους παλιούς του συναδέλφους, προϊστάμενους και υφιστάμενους, να του επιτίθενται με τέτοια χυδαιότητα, με τέτοια εμπάθεια, με τέτοια ζήλια.

Και αυτό γιατί πολύ απλά ο Σταύρος δεν ήταν ποτέ σαν κι αυτούς…

Ο Σταύρος στα δικά μου τα μάτια έχει ακολουθήσει το δικό του δρόμο, που δεν ήταν εύκολος. Πολλές φορές μάλιστα αναγκάστηκε να τον εφεύρει, να τον δημιουργήσει, να βγει έξω να μιλήσει και να αγκαλιάσει όλης της γης τους κολασμένους , που θα λέγαμε παλιά στην αριστερά, και όχι να πατήσει πάνω στη πεπατημένη οδό που θα τον οδηγούσε πίσω από κάποιο γραφείο να δίνει εντολές σε μαθητευόμενους δημοσιογράφους, αποφοίτους ακριβών πανεπιστήμιων, σε μαθητευόμενους Μπογδάνους.

Ο Σταύρος δούλεψε πολύ για να μπορέσει να κάνει το μειονέκτημα του πλεονέκτημα και να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους. Έκανε σημαία του το παχύ «Θ» στη προφορά του και πορεύθηκε με τη καταγωγή του ως σημείο αναφοράς, και τη Κρητική, αλλά και την Αγιοβαρβαριώτικη. Μιας πόλης που παραμένει γειτονιά, ένα χωνευτήρι εσωτερικών μεταναστών, μιας συνοικίας που οι Ρομά και οι Πόντιοι συνέθεσαν σε αυτήν ένα ετερόκλητο κοινωνικό μωσαϊκό, που το περικύκλωσαν και το αγκάλιασαν οι μεγαλύτερες φύλακες της Ελλάδος, οι μεγαλύτερες ψυχιατρικές κλινικές των Βαλκάνιων, αλλά και το Λεπροκομείο «Η Αγία Βάρβαρα». Με ό,τι σήμαιναν όλα αυτά για την τότε εποχή και τη δημιουργία κοινωνικών και ταξικών διαφόρων μέσα στο λεκανοπέδιο, από τις συντηρητικές κυβερνήσεις εκείνης της γκρίζας περιόδου.

Εκεί μεγάλωσε ο Σταύρος. Για αυτό σε όλους αυτούς τους κύκλους θα είναι πάντα το «απ άλλου φερμένο» . Για αυτό, εκείνος θεωρεί λογικό να μη τον δεχτούν, αλλά και για εμάς είναι λογικό να μη τους ακούσει. Κι αυτό γιατί εκείνος προέρχεται από τη κοινωνία, δεν επιβάλλεται σε αυτή. Ζει για αυτήν και όχι με αυτήν. Εκεί που μεγάλωσε ο Σταύρος όλοι αυτοί θα ήταν οι αυγολέμονοι, λιμοκοντόροι, χαρτογιακάδες που δε ξέρουν τι πάει να πει λαϊκή, μεροκάματο και οικογενειακό τραπέζι.

Για εμάς είναι όμως και το αδοκίμαστο, και στη πολιτική όπως ήταν και στη δημοσιογραφία, πριν μάθουμε τη δουλειά του, την εβδομαδιαία κοινωνική του πρόταση. Παράλληλα όμως είναι και κάτι το απροσδόκητο. Εκείνο που δε καταλάβαμε ποτέ, το πώς μπορείς με όπλο τη δουλειά, την υπερηφάνεια και μόνο σου εφόδιο την αποφοίτηση σου από το Santa Barbara College να πας άλλου να γίνεις επιχειρηματίας, σωστός που δε χρωστάς πουθενά, ούτε σε εφορία, ούτε σε υπάλληλους και παράλληλα να κάνεις όλη την Ελλάδα να σε βλέπει, να σε παρακολουθεί, να σε ακολουθεί στα όρη, στα άγρια βουνά και να θέλει να σε ψηφίσει. Να γίνεις το απολεσθέν πρότυπο μιας διαδικτυακά μπερδεμένης και ηλεκτρονικά συγχυσμένης γενιάς που στενάζει και αναστενάζει πάνω από τα πληκτρολόγια και τρέφεται καθημερινά με social media και gadget-οσύνη.

Μιας γενιάς που έθρεψε και καλλιέργησε την οργή και το μίσος της μέσα από το επίπλαστο δίλημμα του μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Μιας γενιάς που διαιρέθηκε και έβγαλε το μέτρο του οπαδισμού της στην αγανακτισμένη πλατεία, καίγοντας όλη την Αθήνα και δικαιολογούσε, με όπλο της τις άδειες κατσαρόλες, τις μούντζες προς τη Βουλή, τα αριστερά γιαούρτια και τα ακροδεξιά στειλιάρια.  Αυτό το δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο, ήταν και το σύγχρονο σκήπτρο που βαστάει η διχόνοια η δολερή και καθενός χαμογελάει πάρ’ το λέγοντας κι εσύ…  

Αυτός είναι όμως και ο Σταύρος Θεοδωράκης για την κοινωνία, για το σύστημα το πολίτικο που ανανεώνεται ηλικιακά, αλλά όχι ουσιαστικά. Το λερωμένο δημοσιογραφικό που σκύβει το κεφάλι στον εργοδότη, που επικρίνει το σακίδιο και επικροτεί τη γραβάτα. Το συνδικαλιστικό που αγκάλιασε ξανά την αριστερά της νιότης του, την οποία είδε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να εξαγνίσει τις αμαρτίες του. Το διαδικτυακό, που έμαθε να αποδομεί πρόσωπα, καταστάσεις, φορείς μέσα από δεξιούς νεοφιλελέ τουιτεράδες και αριστερούς επαναστατημένους μπλόγκερς που πάσχουν αμφότεροι από το σύνδρομο του αταβισμού του κατήγορου δεύτερης γενιάς.

Είναι όμως και η φωνή της συνείδησης μας κάθε εβδομάδα, από εκεί τον μάθαμε, από εκεί τον εκτιμήσαμε, είναι η κουλτούρα του διαλόγου που ξεχάσαμε πως δημιουργήσαμε και καλλιεργήσαμε ως λαός, είναι η ομορφιά της Ελλάδας, που μας επανασυστήνεται μέσα από τη δημιουργία, την όρεξη για δουλειά και το όραμα, είναι το αδοκίμαστο και τ’ απ’ άλλου φερμένο που ψάχναμε και είχαμε ανάγκη ως λαός, ως κοινωνία, ως γενιά.

Αν θέλουμε να τον κρίνουμε σωστά όλοι μας και όχι μόνο όσοι τον φοβούνται, γιατί απλά χαλάει τη πελατεία που έχουν δημιουργήσει με τη ρητορεία και τα δημαγωγικά τους κόλπα, στα εκλογικά τους μαγαζιά, αλλά και το δημοσκοπικό  ανακάτεμα της τράπουλας, με τον “εισοδισμό” του στους αναποφάσιστους, αλλά και στις πιο νέες ηλικίες, θα πρέπει πρώτα να δούμε το πρόγραμμα και τις θέσεις του για συγκεκριμένα ζητήματα. Όχι τους μνημονιακούς σκουπιδιάρηδες της Ρένας Δούρου, αλλά το ασφαλιστικό, την υγεία, την παιδεία και τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Επίσης άλλο ένα καυτό ερώτημα που περιμένουμε να δούμε αν μπορεί να απαντηθεί, είναι, το αν μπορεί να γίνει και να υπάρξει «πολιτική» χωρίς πολιτικούς. Αλλά αν θέλουμε να κρίνουμε κάποιον πρέπει πρώτα να περιμένουμε να ακούσουμε τί έχει να μας πει, γιατί και για τον Σταυρό Θεοδωράκη και “Το Ποτάμι” του ισχύει αυτό που είχε πει ο Ελύτης στο μονόγραμμα, για  να θυμηθούμε την αφορμή για τη δημιουργία αυτό του άρθρου:

«Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;»

Φωτεινός Παναγιώτης

Επιμέλεια άρθρου: Φωτεινός Παναγιώτης

Ο Φωτεινός Παναγιώτης δηλώνει:

Αποτυχημένος δασοπόνος με αλλεπάλληλες απόπειρες στη δημοσιογραφία, τη φωτογραφία, την πολιτική και το ποδόσφαιρο. Λάτρης του ραδιοφώνου και οπαδός του cult-ισμού, λόγιος και “παραλόγιος” ταυτόχρονα, οξύμωρος με ισορροπία, λατρεύω τη βάρκα μου κι αγαπάω τα έλκηθρα. Αγαπάω την Ελλάδα, μισώ το Νεοέλληνα, μοναχικός από ιδεολογία, χαμένος στο αστικό δυτικό οικοσύστημα κάπου στην επαρχία. Γλωσσοπλάστης και ανορθόγραφος, Νησιώτης και Καρπενησιώτης, μα παντού και πάντα “βαθιά¨Αγιοβαρβαριώτης. Αποκεντρωτικός από τη φύση μου και εκκεντρικός εκ γενετής. Εθισμένος στο πολιτικοκοινωνικό editorial χρησιμοποιώντας έναρθρες κραυγές κοινωνικής ισορροπίας, απαραίτητης ισονομίας, εμπλουτισμένες με καυστική διάθεση και φιλοευρωπαϊκή προδιάθεση. Ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές που ζούμε, σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς του “καπιταλισμού 3” παραμένω πιστά ερωτευμένος με τη μοναξιά του καναπέ μου, ακριβώς απέναντι από τη τηλεόραση, να βλέπω θρύλο ή να βυθίζομαι σε ασυνεχή πεντάλεπτα παλιμπαιδισμού που αναβιώνουν μέσα από το διαδίκτυο, ανασύροντας και ξεσκονίζοντας παιδικές μνήμες, γιατί οποίος δε ξέρει την ιστορία του και δε μαζεύει τα κομμάτια στο τέλος της ημέρας δε του αξίζει να πάει πουθενά…

 

 

 

 

 

Σχόλια

Περισσοτερα στην κατηγορια Γνώμες

Copyright © 2015-2016 Clevernews