Συνεντεύξεις

Σταύρος Σταυράκης: «Είναι η αιτία που υπάρχουμε σημαντικά ή ασήμαντα μέσα στην στιγμή» 

Σταύρος Σταυράκης: «Είναι η αιτία που υπάρχουμε σημαντικά ή ασήμαντα μέσα στην στιγμή» 

«Αχλύς» είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής του Σταύρου Σταυράκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν (περισσότερα δείτε εδώ).  Η καταχνιά  και μη της ζωής, η ύπαρξη και μη της μνήμης, το πέρασμα και μη του χρόνου, είναι οι δρόμοι τους οποίους διανύουμε κατά την ανάγνωση των άνω των 50 ποιημάτων της συλλογής.

Κύριε Σταυράκη, ποια περιουσία φέρνετε από τα παιδικά σας απογεύματα; 

Τη μαθητεία στην προσμονή, την αγάπη της μοναχικότητας, τα μικρά σιντριβάνια, τις άδειες παιδικές χαρές, τις κατεδαφίσεις παλιών οικημάτων και ζωών. 

Τους περαστικούς των δρόμων που δεν υπάρχουν πια. 

Η μνήμη είναι φίλη ή εχθρός; 

Είναι η αιτία που υπάρχουμε σημαντικά ή ασήμαντα μέσα στην στιγμή. 

Ποια μυρωδιά/ άρωμα έχει χαρακτεί πιο έντονα στη ζωή σας; 

Ασυζητητί οι μικρές εκκλησίες στοιχειώνουν τη χαραγή εκείνη που ζει και μυροβλύζει μέσα μου. Το άρωμα των ονομάτων τους, οι πιστές γυναίκες μυρόβλιζαν το ίδιο ωραία στις γιορτές, σαν μικρές αγίες φώτιζαν τη μικρή τους απελπισία. 

Ως καθηγητής έρχεστε σε άμεση επαφή με παιδιά. Ποια είναι η σχέση των νέων με την ποίηση σήμερα; 

Ανατρέχοντας στις δεκαετίες που βίωσα, αυτή που ήταν πάντα. Ας θυμηθούμε τα παιδιά να παίζουν στις λασπωμένες κατηφόρες του 70 και ας αναλογιστούμε: 

Έτρεχαν έχοντας στις μικρές τσέπες την λύτρωση του Παπαδιαμάντη; Την επίγνωση του Μπέκετ; Πάντα θα υπάρχουν παιδιά που θα ξεπηδούν μέσα από το πλήθος με έναν στίχο στο χέρι. 

«Οι άνθρωποι αυτούς που κλαίνε τους λυπούνται». Συμφωνείτε ότι το κλάμα είναι αδυναμία; 

Ο οίκτος για τους άλλους. Χμμ 

Εκτός από την ποίηση, ασχολείσθε με τη μουσική και τη φωτογραφία. Αν σας έλεγαν να εκφραστείτε μέσω μόνο μιας εξ αυτών, ποια θα επιλέγατε; 

Θα αφαιρούσα εκείνο που φανερώνει την ελάχιστη αλήθεια. Την Φωτογραφία. 

Είναι σχεδόν ενοχική η φωτογραφία. Η στιγμή πολύ απέχει από την στιγμή των πάντων. 

Ετοιμάζετε νέα δουλειά; 

Αν εννοείτε την συνέχιση της γραφής είναι αδιάκοπη χωρίς τη προσμονή να μετουσιωθεί σε δουλειά. 

Πείτε μας λίγα λόγια για την «Αχλύ». 

Α. Ήταν στην κεντρική Ευρώπη παιδί με πόδια ακατανόητα ,στραβά -περιπαθή μιά πυξίδα δυστυχίας. Έμαθε να ναι η αναμονή στο παράθυρο και στα δυο χεράκια του ΄δωσαν να κρατά ολάκερο σιντριβάνι., Μα πώς; Και είχε μάτια που ΄λεγες γερασμένα είναι τα βλέμματα του και έτρεχε με τα στραβά ποδαράκια του στους χωματόδρομους των άλλων ανθρώπων μέσα σε καταχνιές σκόνης και χρόνου. 

Και υπήρχε. 

Υπήρχε στα σοκάκια, κάτω από τα δέντρα, μέσα στα μαγαζιά, στα δωμάτια των ανδρογύνων που ούρλιαζαν, στα τηγάνια με τα κομμένα λάδια, στα πατάρια με τις μπουγάδες. 

Και υπήρχε πίσω από τα κατάλευκα σεντόνια και περιέργως χαιρόταν την σκιά του πίσω από αυτά, γιατί αν δεν ήταν αυτό ποιος άλλος να ήταν στο κορμάκι αυτό με τις περισπούδαστες κνήμες και τα τάματα στα ξωκλήσια των νήσων , τα τόση επίθετα της αχράντου Παρθένου για ένα βήμα σαν τα βήματα των άλλων. Και κάθε που σκορπούσε το σεντόνι στον αέρα ανακάλυπτε χρόνο που δεν ήταν παραμύθι, δεν ήταν αλίμονο μα ήταν εκεί. Περίεργο για παιδί να χει φίλο την απουσία του χρόνου. 

Και εκείνο έτσι σκέπτονταν. Περίεργο που μαι τέτοιο παιδί. Περίεργο που μαι παιδί. 

Έβλεπε το π να χορεύει ,να ξετρελαίνεται από ιστορίες και την σύνταξη των λέξεων και όλα τα δεκαδικά κορόιδευαν και κεινα. Μια μουσική. Μα τι μουσική. Και έκανε ένα κάτι να μικρό και ο δρόμος με τα σύκα μοσχομύριζε έτσι όπως οι άνθρωποι λένε. 

Μα μπα. 

Και έκανε έτσι να κάτι μικρό και έβλεπε τις ψυχές από τα γυμνόσπερμα κυπαρίσσια, από τις πορτοκαλιές και τι δέντρο θες που σε ξεδιψάει ,να παίρνουν θέση και να μιλάνε λαλιά ολάνθιστη. 

Θες να φας; Να κάτσεις στον ίσκιο μιάς ζωής; Θες να οργώσεις και να χάσεις κοπέλα πίσω από τον κορμό μας. Και όλο τέτοια ρώταγαν και ίσα που γέλαγαν και ξέλεγαν. Και το παιδί ταξίδεψε. Ταξίδεψε στο Νότο να χει Ήλιο και την υγειά καθώς του πρεπε. 

Σκοτείνιασαν ολάκεροι μήνες. Και δεν ήταν μήνες ήταν ζωή. Γέλασαν και λυπήθηκαν οι συγγενείς με τις ραφές στα ποδαράκια. Και φύτρωναν τα χορταράκια στους ακάλυπτους βούιζαν τα θυροτηλέφωνα των οικοδομών. Λόγια για τους άλλους και εκείνους που δεν ξαναμύρισαν βροχή. Κοντοστέκονταν οι μέρες για χατίρι του και κάνεις δεν πήρε ανάσα εκείνη την Τρίτη που άργησε και χαμογέλασε. 

Και εκεί στις καλαμιές στρατιώτης σκότωνε στρατιώτη. Είχε γεμίσει ο Ιούλιος από ζέστη και φρούτα. Άνθρωποι δεν κατάλαβαν πως τέτοιοι γεννήθηκαν και άρπαζαν τις στιγμές των άλλων. Πολλοί τέτοιοι ήταν και δεν τους έπρεπε. Μα πουθενά Θεός. Ή Παντού. 

Το παιδί κρέμασε τον ίσκιο του στους κοντινούς φράχτες και προχώρησε με σώμα μικρό, φριχτό. 

Να αρπάξει την κοτσίδα από κορίτσι, απ όλα τα κορίτσια. 

Για δες ! Γίνε καπετάνιος ,φοβάσαι την στεριά… 

Καπετάνιος .Δωμάτιο μικρό υπόγειο. «Πάνω στα νερά και στους κισσούς θα πλέω και τους τοίχους με χέρια θα στολίσω». Είπε. 

«Σώματα με χάρτες σε κορνίζες» . 

Β. Το πάθος της απόστασης. 

Αν είναι έτσι ο κόκκος συνείδησης, το πάθος της απόστασης από το να είσαι ή ακόμη ακόμη αν ήταν ο κόκκος συνείδησης ενός άλλου; Που ταξίδευε; Εγώ; 

Α το άκουσε μεσημέρια πως γεννιούνται και πεθαίνουν με τρόπους ιδιαίτερους και κατ’ ουσίαν πλάσματα τραγικά. Πνίγηκε η παιδικότητα του στα παγωμένα νερά του Ρήνου μέσα σε ποταμόπλοιο. 

Τα απογεύματα φανταζόταν τις κατακρημνίσεις των υδάτων να παρασέρνουν στην λάσπη σπόρους θυμαρίσιους από τα Μέθανα. Και έκλαψαν μάνες σε πολλούς δρόμους που δεν θυμόταν πια το όνομα τους, για εκείνο το ξένο παιδί. 

Βουρκονέρια , λείψανα νερών που αποχαιρετούσαν με λαγνεία κουνώντας άσπρα μαντήλια σαν τους μετανάστες των τρένων. 

Και ήρθε η Έμπουσα ,η Κίρκη ,η Θελξινόη με τον ματωμένο Αχελώο στα μάτια. 

Συνεχίζεται 

Σας ευχαριστούμε πολύ! 

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews

Share via
Copy link