Ο Βασίλης Τσιάμης, αφού μας ταξίδεψε στο πρώτο του βιβλίο στην Πόλη την εποχή της Άλωσης, αυτή τη φορά μάς συστήνει τον «Τζογαδόρο» που κυκλοφόρησε επίσης από τις εκδόσεις Κέδρος (περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ).
Κύριε Τσιάμη, πείτε μας λίγα λόγια για τον «Τζογαδόρο».
Ο «Τζογαδόρος» παρακολουθεί τον Νότη από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα μέχρι την ενηλικίωσή του, μέσα από τον εθισμό του στον ιππόδρομο, στη ρουλέτα και στο στοίχημα. Δεν είναι μυθιστόρημα «για το τζόγο», με τη στενή έννοια του όρου — κάτι τέτοιο θα ήταν στενόμυαλο και θα περιόριζε την οπτική. Είναι η σκιαγράφηση ενός ανθρώπου που αναζητά νόημα, έλεγχο και, προπάντων, ελευθερία μέσα από το παιχνίδι, ενώ γύρω του τα πρόσωπα της ζωής του —η Αριάδνη, η Γκαλίνα— λειτουργούν σαν καθρέφτες των επιλογών του.
Ο τίτλος παραπέμπει βέβαια στον Ντοστογιέφσκι, και ο ίδιος ο επίλογος το κάνει ρητό με την αναφορά στον Ρασκόλνικοφ· το βιβλίο κλείνει το μάτι σε αυτή τη λογοτεχνική παράδοση, αλλά μιλά για μια πολύ σύγχρονη, ελληνική εκδοχή του πάθους. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για προσωπική ιστορία. Όταν ο φακός συμπεριλαμβάνει και την κοινωνία, και την πριμοδότηση που αυτή κάνει στον τζόγο, τότε όλο το σκηνικό αποκτά άλλο νόημα.
Πιστεύετε στην τύχη;
Κοιτάξτε, τα πάντα είναι τύχη. Ουσιαστικά δεν ελέγχουμε τίποτα· παριστάνουμε ότι ελέγχουμε, δείγμα κι αυτό της παράλογης ανθρώπινης αισιοδοξίας. Από υποκειμενική σκοπιά, αποδίδουμε στην τύχη κάθε συμβάν που μας φαίνεται πως δεν υπόκειται στο παιχνίδι της αιτιοκρατίας, επειδή μας θίγει άμεσα και με τρόπο απρόβλεπτο — γι’ αυτό και μιλάμε για «τυχερά παιχνίδια», όπου ο αριθμός των αιτιών που παρεμβαίνουν είναι τόσο μεγάλος, ώστε κανείς δεν μπορεί να τις ελέγξει διανοητικά ούτε να προβλέψει το κέρδος ή την απώλειά του.
Από αντικειμενική σκοπιά πάλι, ο Γάλλος φιλόσοφος και μαθηματικός Antoine Augustin Cournot όρισε την τύχη ως τη συνάντηση φαινομένων που ανήκουν σε ανεξάρτητες αιτιακές αλυσίδες. Ο άνθρωπος που περπατά σε ένα πεζοδρόμιο αντιπροσωπεύει μια αιτιακή αλυσίδα, η φθορά ενός μπαλκονιού μιαν άλλη, και η πτώση μιας γλάστρας στο κεφάλι του διαβάτη είναι η συνάντηση αυτών των δύο αλυσίδων, που a priori δεν είχαν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Κοντολογίς, τύχη είναι η ιδιότητα που χαρακτηρίζει μια συγκυρία, μια σύμπτωση απρόβλεπτων γεγονότων που δεν εξαρτώνται ούτε ελέγχονται από τον άνθρωπο, κι όμως επηρεάζουν τη ζωή του, θετικά ή αρνητικά. Η τύχη διέπει τα πάντα, αλλά αυτό δεν μας κάνει ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο άξιους. Απλώς συμβαίνει.
Ο ίδιος ο Νότης περνά από τη μια άκρη στην άλλη — άλλοτε πιστεύει πως έχει «σύστημα» και «μέθοδο», κι άλλοτε παραδίδεται ολοκληρωτικά σε ένα «χτύπημα» τύχης στη ρουλέτα του Ντούισμπουργκ. Το μυθιστόρημα εξετάζει ακριβώς πόσο εύκολα η αυταπάτη του ελέγχου μεταμφιέζεται σε τύχη, ή το αντίστροφο. Κι αυτή η αυταπάτη, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν αφορά μόνο τον τζόγο· είναι απείρως τραγικότερη μέσα στην ίδια τη ζωή.
Γιατί κατά τη γνώμη σας οι άνθρωποι θέλουν να γίνονται συναισθηματικοί μάνατζερς στους άλλους;
Στο βιβλίο του «Συναισθηματική Νοημοσύνη», όπου συνάντησα για πρώτη φορά τον όρο, πριν από είκοσι τουλάχιστον χρόνια, ο Daniel Goleman αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις προσωπικές σχέσεις και τον γάμο, όπου αναλύει πώς οι γυναίκες αναλαμβάνουν συνήθως τον ρόλο του «συναισθηματικού μάνατζερ» μέσα σε μια σχέση. Εξηγεί πως η διαφορά αυτή δεν είναι απαραίτητα βιολογική, αλλά πηγάζει από τον τρόπο που μεγαλώνουν αγόρια και κορίτσια: τα κορίτσια μαθαίνουν από νωρίς τη γλώσσα των συναισθημάτων, μέσα από παιχνίδια που απαιτούν συνεργασία και αποκωδικοποίηση κοινωνικών σημάτων, ενώ τα αγόρια συχνά ενθαρρύνονται να τα καταστέλλουν —«οι άντρες δεν κλαίνε»— και στρέφονται σε παιχνίδια ανταγωνισμού, όπου το συναίσθημα μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.
Στον «Τζογαδόρο» αυτό αποτυπώνεται καθαρά στην Αριάδνη: πιστεύει πολύ στη δύναμη της πειθούς της, θέλει να αλλάξει τον Νότη και είναι πεπεισμένη πως θα τα καταφέρει. Δεν αποφεύγει, όμως, την παγίδα — γιατί αυτό που μετράει τελικά για εκείνη δεν είναι να τον φέρει πραγματικά στον ίσιο δρόμο, αλλά η ίδια της η διάθεση να τον αλλάξει.
Η αβεβαιότητα σας τρομάζει ή σας γοητεύει;
Η αβεβαιότητα είναι η μόνη σταθερά της ζωής μας. Δείγμα της παρακμής του πολιτισμού μας είναι ότι παριστάνουμε όλοι πως έχουμε τον έλεγχο — μεγάλη πλάνη, αλλά δοκίμασε να το αποδείξεις στις μέρες μας. Ο κόσμος έχει ανάγκη από μασημένη τροφή, από βεβαιότητες, από ψυχική κατίσχυση, από πεποιθήσεις· η αβεβαιότητα είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την παράλογη αισιοδοξία. Έτσι όμως πορεύτηκε ο άνθρωπος όσα χρόνια βρίσκεται στη γη, και έτσι θα συνεχίσει.
Ο Νότης ζει ολοκληρωτικά μέσα στην αβεβαιότητα —άλογα, στημένα παιχνίδια, αποδόσεις, ρουλέτα— τη γοητεύεται ως πηγή νοήματος, αλλά τελικά τον καταστρέφει.
Γιατί λένε ότι στο τζόγο μετράς το χαρακτήρα κάποιου;
Επειδή στο τραπέζι, ή μπροστά στην οθόνη, οι κοινωνικές μάσκες πέφτουν πολύ γρήγορα: βλέπεις αν κάποιος αντέχει την απώλεια, αν κατηγορεί τους άλλους, αν ξέρει πότε να σταματήσει, αν εξευτελίζει τον εαυτό του ζητώντας δανεικά ή ζώντας εις βάρος τρίτων —και δη αγαπημένων του προσώπων.
Ο Νότης δεν έχει τέτοια στοιχεία· είναι γενναιόδωρος όταν κερδίζει, κι όταν χάνει αναλαμβάνει όλη την ευθύνη. Κατά βάθος όμως δεν βρίσκει κανένα νόημα σε όλο αυτό —το παράδειγμα με την κάμπια και την πεταλούδα είναι χαρακτηριστικό— και δεν ξέρει ποτέ πότε να σταματήσει: ακόμα και μετά τη μεγάλη νίκη στο Ντούισμπουργκ, νιώθει άδειος, όχι ολοκληρωμένος, και συνεχίζει. Μέσα του έχει γίνει, πρωτίστως, ένας μηδενιστής· έχει αποδεχτεί τον μηδενισμό, κι αυτό φαίνεται καθαρά στην κοινωνική κριτική που ασκεί. Χάνει όμως το μέτρο, και τελικά αυτοεκμηδενίζεται.
Τι είναι για εσάς προσωπική ευτυχία;
Δεν πιστεύω πως μπορεί να υπάρξει ένας τέτοιος ορισμός. Ίσως με έχουν επηρεάσει ο Σοπενχάουερ και ο Σπινόζα, που είχαν σκεφτεί κάτι πολύ έξυπνο: μίλησαν για την κοινή μοίρα όλης της ανθρωπότητας, μιας ενιαίας βούλησης, ενός ενιαίου ενστίκτου. Δεν έχει τόση σημασία τι κάνει ο καθένας μας — η κοινή μας μοίρα είναι αυτή που πρέπει να μας ενώνει. Κάθε ευτυχία και κάθε δυστυχία μας αφορά όλους, ως ανθρώπινο είδος. Ανήκουμε στον εαυτό μας, ναι, αλλά μόνο εν μέρει· ανήκουμε και στην κοινωνία. Ο ναρκισσισμός απειλεί να καταστρέψει τον πολιτισμό μας, αν δεν τον έχει καταστρέψει ήδη — όλη αυτή η παραφιλολογία γύρω από το άτομο είναι, κάπου, νοσηρή.
Ο Νότης δεν κάνει κάτι διαφορετικό: ακολουθεί τις επιταγές της εποχής του, όντας ένας νέος δίχως ευκαιρίες. Δεν θέλει να συμβιβαστεί, και συντρίβεται. Κι όμως, είναι ακόμα εκεί. Δεν έχει να φάει, αλλά υπαρξιακά τουλάχιστον το τέντωσε όσο δεν πάει. Το ζήτημα είναι υπαρξιακό, όχι λογιστικό.
Γιατί ο Νότης, αφού κερδίζει επιτέλους το μεγάλο χτύπημα στη ρουλέτα του Ντούισμπουργκ —αυτό που περίμενε μια ζωή—, νιώθει άδειος αντί για θριαμβευτής;
Αυτή είναι ίσως η πιο κρίσιμη στιγμή όλου του μυθιστορήματος, γιατί ανατρέπει τη λογική πάνω στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η πλοκή. Ο Νότης έχει περάσει σχεδόν όλο το βιβλίο πιστεύοντας ότι η νίκη —είτε μέσω μεθόδου και ανάλυσης, με τη σοβαρή και επίπονη μελέτη, το προσεκτικό παιχνίδι, την υπομονή, την εγκράτεια, τους «Εφτά Υπέροχους Αριθμούς»· είτε μέσω μιας τελευταίας τυφλής χειρονομίας τύχης— θα του δώσει αυτό που ποτέ δεν είχε: ολοκλήρωση, ταυτότητα, ίσως και λύτρωση. Το ίδιο το κείμενο το λέει ρητά τη στιγμή του θριάμβου: κερδίζει, «επικράτησε του Παιχνιδιού», κι όμως αναρωτιέται γιατί νιώθει «ξένος, κάποιος άλλος».
Το κενό αυτό δεν είναι τυχαίο ατύχημα της αφήγησης — είναι το θεματικό της κέντρο. Ο τζόγος γι’ αυτόν δεν ήταν ποτέ πραγματικά για τα χρήματα. Ήταν ο τρόπος του να νιώθει ζωντανός, να γεμίζει ένα κενό που κουβαλούσε από πολύ πριν — από τις σχέσεις που τον απογοήτευσαν, την ψυχρότητα της Αριάδνης, την εργαλειακή σχέση με την Γκαλίνα, από την αδυναμία του να αντέξει τη συνηθισμένη, «κανονική» ζωή που εν πολλοίς ορίζουν οι άλλοι· πάντα υπάρχουν οι κάποιοι άλλοι. Όταν η αβεβαιότητα καταλύεται —όταν το «χτύπημα» πετυχαίνει και το παιχνίδι τελειώνει— δεν μένει τίποτα να γεμίσει το κενό, γιατί το κενό δεν ήταν ποτέ οικονομικό. Γι’ αυτό και η ίδια η κρουπιέρισσα, λίγο αργότερα, του λέει με σχεδόν προφητική ωμότητα ότι όσοι πετυχαίνουν τη μεγάλη νίκη δεν βιώνουν ό,τι περίμεναν να βιώσουν — και έχει δίκιο: μέσα σε έναν χρόνο ο Νότης θα έχει ξαναχάσει τα πάντα.
Έτσι, η «άδεια νίκη» στο Ντούισμπουργκ λειτουργεί σαν σπόνδυλος του βιβλίου: δείχνει ότι ο εθισμός δεν θεραπεύεται ούτε με την ήττα ούτε με τη νίκη, γιατί δεν αφορά ποτέ το αποτέλεσμα του παιχνιδιού —αφορά αυτό που το παιχνίδι υποκαθιστά. Και προετοιμάζει το φινάλε του Επιλόγου, όπου ο Νότης, χωρίς λεφτά πια, μπροστά στο ψυγείο, καταλαβαίνει —πολύ αργά— ότι αυτό που πραγματικά χρειαζόταν σε όλη του τη ζωή δεν ήταν ένα ακόμα χτύπημα τύχης, αλλά ένα ανθρώπινο άγγιγμα. Αν πιστέψουμε τους ψυχαναλυτές, ίσως είναι το πατρικό άγγιγμα, το πρότυπο του πατέρα που του έλειψε. Στο βιβλίο υπάρχουν σαφείς υπαινιγμοί προς αυτή την κατεύθυνση, κι επαφίεται στους αναγνώστες να τους ανακαλύψουν.
Ετοιμάζετε νέο βιβλίο;
Ναι, γράφω — χωρίς να ξέρω αν, και πότε, θα εκδοθεί. Κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά· μου αρέσει να αλλάζω λογοτεχνικά είδη και να δοκιμάζω τις δυνάμεις μου. Ένα αλληγορικό παραμύθι, με στοιχεία ιστορικού έπους. Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Ελπίζω.
Ευχαριστούμε πολύ!



Facebook
Twitter
Tumblr
RSS