Το νέο βιβλίο της Νικολίνας Δανιηλίδου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιβίσκος βοηθά τους αναγνώστες να κατανοήσουμε τη σχέση της τροφής με τον πόνο και το τραύμα και να μπορέσουμε να εξηγήσουμε γιατί αντιδρούμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο φαγητό (περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ).
Κυρία Δανιηλίδου, πείτε μας λίγα λόγια για το νέο σας βιβλίο.
Το νέο μου βιβλίο «Φάε όταν πεινάς, όχι όταν πονάς. Σώμα, τροφή και η Ανεξίτηλη μνήμη του τραύματος» δεν είναι ένα βιβλίο διατροφής. Το βιβλίο δεν αναφέρεται σε πλάνα διατροφής, αλλά για τη σχέση μας με τον εαυτό μας και το σώμα μας.
Είναι ένα βιβλίο που αφορά ανθρώπους που έχουν βιώσει σχεσιακό τραύμα, δηλαδή τραύμα συναισθηματικής παραμέλησης ή βίας από τους φροντιστές και εξηγεί τη σύνδεση με τη διαταραγμένη σίτιση. Όταν στη ζωή ενός ανθρώπου δεν υπήρξε ένας ασφαλής, διαθέσιμος ενήλικας που να βοηθήσει το παιδικό νευρικό σύστημα να ρυθμιστεί, το σώμα μένει σε συνεχή κατάσταση υπερδιέγερσης. Κι εκεί κατανοούμε γιατί η τροφή γίνεται τόσο εθιστική. Είναι ο μηχανισμός αποσύνδεσης: για να πέσει η ένταση, να «κλείσει» προσωρινά το σύστημα, να αντέξει κάτι που αλλιώς είναι δυσφορικό.
Μέσα από αυτό, ελπίζω να απενεχοποιήσω και να ενημερώσω ανθρώπους που χρόνια προσπαθούν ανεπιτυχώς να «διορθώσουν» τη διατροφή τους, ότι η δύσκολη σχέση τους με τη τροφή δεν αποτελεί επιλογή, ούτε έλλειψη αυτοελέγχου. Πρόκειται για ένα σώμα που προσπαθεί να επιβιώσει με τα μέσα που διαθέτει.
Μέσα από την κατανόηση, τις ασκήσεις που παρέχει το βιβλίο αυτό και τις τεχνικές, ελπίζω να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με την τροφή και το σώμα τους.
Γιατί τρώμε όταν πονάμε;
Όταν λέμε «τρώμε όταν πονάμε», δεν μιλάμε κυριολεκτικά για συναισθηματική κατανάλωση φαγητού. Είναι ένα σχήμα λόγου που περιγράφει κάτι βαθύτερο: τη δυσκολία του σώματος να αυτορυθμιστεί μέσα σε συνθήκες χρόνιου στρες.
Οι άνθρωποι που μεγάλωσαν χωρίς έναν σταθερό, ασφαλή ενήλικα που να βοηθήσει το νευρικό τους σύστημα δεν εκπαιδεύτηκαν στη συναισθηματική ρύθμιση. Η τροφή τότε δεν χρησιμοποιείται για να «νιώσουν καλύτερα» συναισθηματικά, αλλά ως μηχανισμός αποσύνδεσης από αυτό που δυσφορεί. Μέσα από τη συμπεριφορά κατανάλωσης φαγητού, το σώμα βρίσκει έναν τρόπο να μουδιάσει, να κατεβάσει την ένταση, να απομακρυνθεί προσωρινά από την εσωτερική υπερδιέγερση ή το συναισθηματικό κενό. Συνεπώς, γίνεται ένας μηχανισμός επιβίωσης επειδή το σώμα αποφεύγει ή μουδιάζει τη δυσφορία.
Θεραπευτικά, λοιπόν, χρειάζεται να γίνει κατανοητή η σύνδεση αυτή, και να αποκτήσει αυτός που δυσκολεύεται νέους τρόπους ρύθμισης του συναισθήματος και ανοχής στη συναισθηματική δυσφορία ώστε να μη χρειάζεται το φαγητό.
Είναι εύκολο να διαγνωστεί η στρεβλή σχέση που έχει κάποιος με το φαγητό;
Νομίζω ότι ένας άνθρωπος που υποφέρει από διαταραγμένη σχέση με το φαγητό, το γνωρίζει ο ίδιος του καλά. Αναπόφευκτα, έχει διαταραγμένη σχέση με το σώμα του και τη γενική φροντίδα του εαυτού του. Θα υπάρχει υπερενασχόληση με την τροφή, ενοχή και αυτοκατηγορία. Όσον αφορά τη διάγνωση από τους θεραπευτές, η δυσκολία υπάρχει λόγω της αμάθειας των επαγγελματιών υγείας να εκπαιδευτούν στις διατροφικές διαταραχές και τη διαταραγμένη σίτιση. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί «ειδικοί» που είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Χρειάζεται να θυμόμαστε ότι οι διατροφικές διαταραχές είναι ένα πολύπλευρο, πολυπαραγοντικό ζήτημα που απαιτούνται εξειδικευμένοι ειδικοί διαφορετικών ειδικοτήτων.
Ποια διατροφική διαταραχή είναι πιο δύσκολο ν’ αντιμετωπισθεί;
Δεν μπορούμε να γενικεύσουμε τόσο απλά ότι αναφέρεται στην ανθρώπινη ψυχή. Πίσω από μια διάγνωση υπάρχει ένας άνθρωπος και κάθε άνθρωπος είναι τόσο διαφορετικός ώστε να μπορεί να φτιάξει τη δική του ιστορία.
Συχνά, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που έχουν βιώσει σύνθετο τραύμα, συνυπάρχουν περισσότερες από μία διαγνώσεις. Το φαγητό τότε δεν είναι απλώς ένα σύμπτωμα, αλλά ένας βασικός μηχανισμός ρύθμισης, προστασίας ή αποσύνδεσης. Οι συνδέσεις που έχει δημιουργήσει ο καθένας με το φαγητό, όπως και οι αντιστάσεις που εμφανίζονται στη θεραπεία, είναι βαθιά προσωπικές.
Γι’ αυτό και δεν υπάρχει μία «πιο δύσκολη» διατροφική διαταραχή. Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται διαφορετικούς ρυθμούς, διαφορετικά εργαλεία και, πάνω απ’ όλα, μια θεραπευτική προσέγγιση που να σέβεται τη μοναδικότητα της εμπειρίας τους.
Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να είναι καλοί. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;
Θεωρώ, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουμε εγγενώς την ανάγκη να είμαστε καλοί. Αλλά διαθέτουμε την ικανότητα αυτοπροστασίας και έτσι είμαστε ικανοί να απογοητεύσουμε τον άλλο όταν αυτό είναι απαραίτητο.
Ωστόσο, οι άνθρωποι που έχουν βιώσει σχεσιακό δυσκολεύονται να μην είναι «καλοί» ακόμη κι όταν αυτό είναι εις βάρος τους. Η καλοσύνη τους, δεν προέρχεται από την ανάγκη να είναι καλοί, αλλά από την ανάγκη να είναι ασφαλείς.
Προγραμματίστηκαν στην παιδική τους ηλικία να είναι βολικοί και όχι απαιτητικοί, ώστε να είναι ασφαλείς από βία ή από εγκατάλειψη.
Η καλοσύνη, όταν δεν συνοδεύεται από όρια, είναι στρατηγική επιβίωσης και όχι επιλογή. Η θεραπεία δεν μας μαθαίνει να μην είμαστε καλοί, αλλά να είμαστε αληθινοί χωρίς να χάνουμε την επαφή με τον εαυτό μας.
Ακούτε περισσότερο τη λογική ή το ένστικτό σας;
Στη δουλειά μου έχω μάθει να μη ρομαντικοποιώ το ένστικτο. Το ένστικτο είναι ένας αυτοματοποιημένος μηχανισμός επιβίωσης, βασισμένος σε παλαιότερες εμπειρίες και συνδέσεις του νευρικού συστήματος. Είναι γρήγορο και χρήσιμο σε καταστάσεις πραγματικού κινδύνου, αλλά δεν είναι πάντα ακριβές ιδιαίτερα όταν έχει υπάρξει τραύμα στο παρελθόν μας.
Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που έχει μάθει ότι η εγγύτητα οδηγεί σε απόρριψη ή πόνο μπορεί «ενστικτωδώς» να αποσύρεται από υγιείς σχέσεις. Το σώμα του τον προστατεύει από κάτι που κάποτε ήταν επικίνδυνο, αλλά σήμερα αυτή η σύνδεση δεν τον εξυπηρετεί πια. Το ένστικτο δεν λέει την αλήθεια του παρόντος, αλλά την αλήθεια του παρελθόντος.
Διαφοροποιώ το ένστικτο από τη διαίσθηση. Η διαίσθηση είναι μια μορφή ασυνείδητης νοημοσύνης που προκύπτει όταν το νευρικό σύστημα είναι ρυθμισμένο και όχι σε συναγερμό. Εκεί μπορεί πράγματι να μας καθοδηγήσει με σοφία γιατί περιλαμβάνει και τα σωματικά ερεθίσματα και το συναίσθημα.
Ο ρόλος της λογικής, όμως, είναι καθοριστικός. Όχι μιας ψυχρής ή επικριτικής λογικής, αλλά μιας λογικής με αυτοσυμπόνια. Αυτή είναι που μπορεί να αφουγκραστεί το ένστικτο, να αξιολογήσει τη διαίσθηση και να τα εντάξει στο παρόν.
Για μένα, αυτή η λογική θα πρέπει να είναι ο οδηγός για όλους ώστε να μην καθοδηγούμαστε από παλιούς φόβους. Στη θεραπεία, στόχος δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στη λογική και το ένστικτο, αλλά να ρυθμίσουμε το νευρικό σύστημα και ο οδηγός του εαυτού μας να είναι μια λογική, φροντιστική ενήλικη φωνή.
Ετοιμάζετε νέο βιβλίο;
Για μένα, τα βιβλία που έχω γράψει μέχρι στιγμής, το «Τι Συναίσθημα Θα Φάμε Σήμερα» και το «Φάε όταν Πεινάς, Όχι Όταν Πονάς» είναι μέρος μιας τριλογίας που θα ολοκληρωθούν με το επόμενο βιβλίο μου. Κάθε βιβλίο θεωρώ ότι μας πάει πιο βαθιά στην κατανόηση του σύνθετου προβλήματος της διαταραγμένης σίτισης.
Ωστόσο, η συγγραφή χρειάζεται χρόνο ωρίμανσης. Ακούω προσεκτικά τις ιστορίες ζωής που μου εμπιστεύονται οι θεραπευόμενοι, συνεχίζω να μελετώ, να εκπαιδεύομαι και να αφήνω τη γνώση να κατασταλάζει.
Όταν έρθει η ώρα, το επόμενο βιβλίο θα είναι αποτέλεσμα αυτής της ζύμωσης και ελπίζω να συμπληρώνει τα προηγούμενα δύο βιβλία επιτυχώς.
Σας ευχαριστούμε πολύ!


Facebook
Twitter
Tumblr
RSS