Συνεντεύξεις

Ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης μας μιλά για την «Περιπλάνηση ενός βιολιού»

Ο Μιχάλης Μπουναρτζίδης μας μιλά για την «Περιπλάνηση ενός βιολιού»

Μικρασία, Θεσσαλονίκη, Διχασμός, Ουκρανία, Κόκκινος Στρατός, Μεσοπόλέμος, Ναζί, Βαρκελώνη, Ισπανικός Εμφύλιος, κηδεία του Μπουαναβεντούρα Ντουρούτι και Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβιέρα. Μπορείτε να φανταστείτε τί σχέση έχουν όλα αυτά μεταξύ τους; Πρόκειται για τη «ραχοκοκκαλιά», στην οποία στήνεται το νέο μυθιστόρημα του Μιχάλη Μπουναρτζίδη «Περιπλάνηση ενός βιολιού», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (δείτε εδώ). Μπορούμε να σας εξάψουμε και άλλο τη φαντασία, λέγοντάς σας πως κυρίαρχο στοιχείο του βιβλίου είναι ο έρωτας! Πρόκειται για ένα βιβλίο, του οποίου ο τίτλος δε θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος, αφού εκτός από το βιολί, ο αναγνώστης περιπλανάται σε εποχές και τόπους αλλοτινούς και γίνεται ένα με τους πρωταγωνιστές του βιβλίου. Η ιστοσελίδα μας μίλησε με το συγγραφέα, τον οποίο ευχαριστούμε πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης.

Κύριε Μπουναρτζίδη, μιλήστε μας για την «Περιπλάνηση ενός βιολιού».

Θα σας δώσω εδώ ένα μικρό κείμενο, το σχεδίασμα το δικό μου, για το οπισθόφυλλο. Από τον εκδότη δεν βγήκε ακριβώς, έτσι γιατί το ήθελε πιο δημοσιογραφικό, αλλά δεν σας κρύβω, πως εμένα μου άρεσε αυτή η εκδοχή:

Ένας έφηβος ο Θωμάς -γυιός του Αλέκο εφέντη- κι ένα βιολί… Γεννήθηκαν στη Μικρασία κι ο έφηβος και το βιολί. Αντάμωσαν στη Σαλονίκη το 1914, σ’ έναν χορό που στήθηκε στην τύχη, εκεί στα χώματα του προσφυγικού καταυλισμού στο Ζεϊτενλίκ, ένα χορό που τον ξεσήκωσε η γκάιντα ενός Θρακιώτη πρόσφυγα, παρέα με το βιολί ενός Μικρασιάτη βιολιτζή. Το βιολί γίνεται αφορμή για ένα ακόμη αντάμωμα, πιο ύστερα, με μια Εβραιοπούλα Σαλονικιά-την θυγατέρα του Νταβίντ- κι αργότερα, χρόνια μετά, μ’ έναν Ταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού στις παγωμένες ερημιές της Ουκρανίας και του Ρώσικου Εμφύλιου. Χαίρονται ένα άλλο αντάμωμα με την κιθάρα ενός Ισπανού ταβερνιάρη στην αναρχική Βαρκελώνη του Ισπανικού Εμφύλιου το 1936, αφού πριν ζήσουν παρέα στα χαμαιτυπεία της Μητρόπολης των Παθών, στο Βερολίνο του μεσοπολέμου και της ανόδου των Ναζί… Και συνεχίζουν την περιπλάνηση, το βιολί κι ο άντρας…

Αυτή η εικόνα για το τί είναι περίπου το βιβλίο είναι κάπως θολή, ιμπρεσσιονιστική θα έλεγα, αλλά πιστεύω πως δίνει μια ιδέα στον αναγνώστη για το τι θα συναντήσει, χωρίς να λέει λεπτομέρειες για τις μικρές ιστορίες.

Ποιο ήταν εκείνο το ερέθισμα που σας γέννησε την ιδέα για το συγκεκριμένο βιβλίο;

Η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο, μου ήρθε εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα, με το που τέλειωσε η Προσευχή για τις Καινούργιες Πατρίδες,  ή μάλλον όταν αυτό είχε ήδη πάρει το δρόμο για την έκδοση, -θα ήταν φθινόπωρο του 2010. Εκεί, στο πρώτο μου βιβλίο, πέντε, έξη κύρια πρόσωπα ήταν πραγματικά, έζησαν στ’ αλήθεια. Φτιάχτηκαν όμως και πολλοί άλλοι χαρακτήρες, φανταστικοί, που εμφανίζονταν λίγες φορές, ή μόνο κάποια στιγμή, για να βοηθήσουν στην αφήγηση των μικρών ιστοριών, να βοηθήσουν τις μικρές ιστορίες να περπατήσουν μέσα στην Μεγάλη Ιστορία. Ένας απ’ αυτούς τους χαρακτήρες, ήταν κι ο Αλεκάκης που κατέβηκε το 1883 με τα πόδια από τη Σήλυμνο στην Αδριανούπολη κι αργότερα έφυγε για τη Μικρασία να προκόψει. Σαν Αλέκο εφέντης πια, έρχεται από τη Φώκαια, -λίγο έξω από τη Σμύρνη- το 1914, πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη, με την Εφταλία και τα πέντε παιδιά του… Άλλος ένας τέτοιος χαρακτήρας, ήταν κι ο Νταβίντ, Σαλονικιός Εβραίος υφασματέμπορας, με τη Ρουθ και τα τρία παιδιά τους. Είπα πιο πριν, πως η ιδέα μου ήρθε εντελώς ξαφνικά. Είναι αλήθεια όμως, πως εκείνη την εποχή διάβαζα για τον ισπανικό εμφύλιο (1936-39), και λίγο πριν είχε τύχει να διαβάσω κάποια αποσπασματικά στοιχεία για τον ρώσικο (1917-22). Οι τόποι λοιπόν ήταν έτοιμοι, οι εποχές επίσης, έτσι όταν ήρθε και η ιδέα για τα πρόσωπα, δεν χρειάστηκε και πολύ για να το αποφασίσω, γιατί με συνεπήρε η προοπτική να γραφτεί ένα βιβλίο, μ’ αυτούς τους ανθρώπους σ’ αυτούς τους τόπους και σ’ εκείνες τις εποχές. Τότε ακόμη αγνοούσα τις προκλήσεις που θα συναντούσα.

Με ρώτησαν σε μια συνέντευξη τί συμβολίζει το μουσικό όργανο στην ιστορία. Δεν θα έλεγα πως συμβολίζει κάτι ιδιαίτερο. Απλώς, όταν ξεκίνησα το γράψιμο, υπήρχε στο μυαλό μου μόνο ένα γενικό πλάνο, χωρίς τις επί μέρους λεπτομέρειες, π.χ. «πώς έγινε αυτό ή εκείνο», ή «πώς θα φθάσουμε εκεί». Έγραφα και έσβηνα ψάχνοντας, και προχωρούσα στα θολά και αργά. Όταν όμως σκάρωσα εκείνον τον χορό στο Ζεϊτενλίκ, – κι ευτυχώς αυτό έγινε σχετικά νωρίς- για να δώσω μια νότα αισιοδοξίας στις δυσκολίες της προσφυγιάς, θέλησα να πλουτίσω μουσικά τον μονότονο ήχο της γκάιντας, κι έτσι προέκυψε ο γερο Μικρασιάτης βιολιτζής με το βιολί του. Τότε έσκασε η ιδέα του βιολιού, πώς έφτασε στα χέρια του Θωμά, πώς έγινε η αφορμή να βρει  την Ελβίρα, και πώς αργότερα ο Μαξίμ τον Θωμά. Τότε άρχισε να τρέχει το παραμύθι πιο εύκολα, τότε το βιολί έγινε ο κρίκος που ένωσε την αλυσίδα, και πήρε δικαιωματικά τη θέση του και στον τίτλο του βιβλίου, όντας πια ο αφανής πρωταγωνιστής. Λέω αφανής πρωταγωνιστής, γιατί χωρίς να συμμετέχει σε κάθε σκηνή, -μόνο αριά και που το ακούμε να παίζει και σπάνια μιλάνε γι’ αυτό,- είναι πάντα εκεί, αισθανόμαστε την ύπαρξή του όταν το αναζητά ο Θωμάς μέσα στην πυρκαγιά της Σαλονίκης, ή όταν είναι κρυμμένο στη θήκη του που είναι  δεμένη στην πλάτη του, όταν τον κυνηγάνε οι Πολωνοί έξω απ’ τη Βαρσοβία, ακόμη κι όταν περιμένει άπραγο σε μια απόμερη γωνιά στην ταβέρνα του Αντόνι, στη Βαρκελώνη, μήπως γυρίσει ο Θωμάς… Τελικά βέβαια, αποδείχθηκε από την ροή της ιστορίας, πως έτσι ή αλλιώς, χρειαζόταν ένα μέσο, ένα τέχνασμα, ένας «προξενητής» ∙ και η ιδέα με τον χορό να μην είχε κατέβει, κάτι έπρεπε να βρεθεί. Ας μη ξεχνάμε πως το βιολί παίζει ένα ρόλο καθοριστικό στην εξέλιξη της ιστορίας. Πολύ απλά, και το έχω σκεφτεί πολλές φορές, αν δεν ήταν το βιολί, δεν ξέρω πώς θα τέλειωνε  το παραμύθι. Κάτι θα έπρεπε να είναι, κι όσο το ψάχνω, βλέπω πως δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, εκτός από ένα μουσικό όργανο. Ίσως πάλι, μπορεί να ήταν και η αγάπη μου για τη μουσική που με ώθησε σ’ αυτή την επιλογή, κι όχι σε κάποιο άλλο εύρημα.

Στην «Περιπλάνηση ενός βιολιού» παραθέτετε ιστορικά στοιχεία για την Ελλάδα και συγκεκριμένα τη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1910, αλλά και για την Ισπανία την περίοδο του Εμφυλίου (1936). Πόσο καιρό σας πήρε να μελετήσετε και να συγκεντρώσετε τα στοιχεία που χρησιμοποιήσατε στο βιβλίο;

Υπάρχει και η Ρωσία του δικού της εμφυλίου και λίγο μετά, μέχρι τον θάνατο του Λένιν, αυτό ας μην το ξεχνάμε. Υπάρχουν και κάποιες εικόνες από το Βερολίνο του μεσοπολέμου, κι αυτό ας μην το ξεχνάμε επίσης, γιατί το βιβλίο θα φαντάζει κολοβό. Επίσης, δεν θα έλεγα πως είναι παράθεση στοιχείων. Η Μεγάλη Ιστορία (με κεφαλαία) είναι απλώς το φόντο, και μπροστά, σε πρώτο πλάνο, αραδιάζονται οι μικρές ιστορίες, οι ανθρώπινες. Η Μεγάλη Ιστορία και οι μικρές ιστορίες γίνονται ένα, όπως σ’ ένα πίνακα, το φόντο δεν είναι ανεξάρτητο από το θέμα.

Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια που ρωτάτε, το γράψιμο και η συγκέντρωση στοιχείων έγιναν ταυτόχρονα και παράλληλα, κι όλη αυτή η ιστορία κράτησε τέσσερα χρόνια, ίσως λίγο παραπάνω.

«Ο άνθρωπος είναι λίγο- πολύ ίδιος παντού. Ικανός να σπείρει θάνατο με το ένα χέρι και αγάπη για ζωή με το άλλο» γράφετε κάπου μέσα στο βιβλίο. Διαχρονική αλήθεια. Τί πιστεύετε ότι είναι εκείνο που μας κάνει να χρησιμοποιούμε το κάθε «χέρι»;

Θα απαντήσω με δυό λέξεις: Οι στιγμές του χρόνου.

Στο βιβλίο υμνείτε, εκτός από τον έρωτα, και τη δικαιοσύνη, και τα δυο με ανορθόδοξο τρόπο: προβάλλετε την αδικία για να τονίσετε τη σημασία της δικαιοσύνης. Για εσάς είναι η υπέρτατη ανθρώπινη αρχή;

Αυτή είναι μια προσέγγιση δική σας, που, ειλικρινά, δεν την είχα σκεφτεί. Είναι άλλη μια ανάγνωση. Μου θυμίζει μια αντίστοιχη ερώτηση που μου έθεσαν, αν στέλνω κάποια μηνύματα, αν και δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Δεν σκέφτηκα ποτέ, όσο έγραφα, ούτε να υμνήσω κάτι, ούτε να στείλω μηνύματα. Το μόνο που έκανα ήταν να αποτυπώσω στο χαρτί, γράφοντας ένα παραμύθι, τον εαυτό του γραφιά, την ψυχή και τα λάθη του, τους εφιάλτες του, ίσως τα ανεκπλήρωτα όνειρα, αλλά και τις προσδοκίες του, κι αυτό, όχι συνειδητά… Απλώς «έβγαινε». Πολλές φορές ήταν επώδυνο, άλλοτε πάλι κατέληγε λυτρωτικό. Είναι η ανάσα του συγγραφέα σε κάθε αράδα, και είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, αβίαστα, γράφοντας. Το να εισπράξει ο αναγνώστης ύμνους ή μηνύματα μέσα απ’ αυτήν τη λειτουργία, είναι θέμα που έχει να κάνει με τον ίδιο. Πιστέψτε με, έχω εκπλαγεί, -ευχάριστα- με τις ερμηνείες και τις προσεγγίσεις αυτών που έχουν διαβάσει την «Περιπλάνηση» μέχρι τώρα. Είναι γεγονός βέβαια πως το βιβλίο έχει πολλά επίπεδα, άρα ο καθένας βρίσκει κάτι που τον αγγίζει άμεσα.

Τώρα, σε ό,τι αφορά την «υπέρτατη ανθρώπινη αρχή» που αναφέρετε, θα απαντήσω εντελώς ανορθόδοξα. Προφανώς θα έχετε υπόψη σας αυτό που λένε «Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα». Ένα απ’ αυτά, είναι η απληστία. Προσωπικά, την θεωρώ σαν «Την υπέρτατη ανθρώπινη αμαρτία». Το «ανθρώπινη» μάλλον είναι περιττό, αμαρτίες έχουν μόνο οι άνθρωποι.

Ποιο βιβλίο που έχετε διαβάσει σας έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και για ποιο λόγο;

Πολλά βιβλία έχω λατρέψει και τα έχω διαβάσει τέσσερις και πέντε φορές, μπορεί και περισσότερες. Τρεις φορές όμως, έκλαψα από ζήλεια γιατί δεν τα έγραψα εγώ, ήταν «Τα Σταφύλια της Οργής» του Στάιμπεκ –και ιδιαίτερα η τελευταία σελίδα του-, η «Σκιά του ανέμου» του Κάρλος Ρουίς Ζαφόν και η «Η Αηδονόπιττα» του Ισίδωρου Ζουργού.

Ετοιμάζετε κάποια νέα δουλειά;

Μπορεί να συνηθίζεται ο όρος «Δουλειά», αλλά για μένα αυτό αφορά τους επαγγελματίες συγγραφείς, κι εγώ δεν ανήκω σ’ αυτούς. Δεν είδα ποτέ το γράψιμο σαν δουλειά, αλλά μόνο σαν ανάγκη προσωπική, ή γιατί ήθελα να πω κάτι σ’ όσους θα διάβαζαν τα γραπτά μου. Άλλωστε ξεκίνησα πολύ αργά να γράφω και για τους άλλους. Εδώ και ενάμισυ χρόνο πάντως, που τέλειωσε η Περιπλάνηση, έχω κάποιες ιδέες, αλλά σελίδες έχουν γραφτεί μόνο τέσσερις! Μόνο διαβάζω προς το παρόν, κάτι θέλω να γράψω, αλλά δεν μου ταιριάζουν ακόμη ο τόπος και ο χρόνος.

Σχόλια

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews