Συνεντεύξεις

Ο Γιώργος Φρατζεσκάκης μάς μιλά για τον «Απρόσκλητο Επισκέπτη»!

Ο Γιώργος Φρατζεσκάκης μάς μιλά για τον «Απρόσκλητο Επισκέπτη»!

Αγαπάς τις ιστορίες μυστηρίου, τις αστυνομικές περιπέτειες ή τις ατμοσφαιρικές παραστάσεις; Τότε σίγουρα έχεις περάσει από το θέατρο Eliart στην Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο Γιώργος Φρατζεσκάκης με αγαπημένους του συνεργάτες και εξαίρετους ηθοποιούς, εδώ και χρόνια, ανεβάζουν παραστάσεις- αριστουργήματα της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που το Eliart θεωρείται η αστυνομική σκηνή της Αθήνας και ο κύριος Φρατζεσκάκης κατά τη γνώμη μας ο Έλληνας Άλφρεντ Χίτσκοκ. Φέτος ανεβαίνει στη σκηνή ο «Απρόσκλητος επισκέπτης» της Αγκάθα Κρίστι (περισσότερα για την παράσταση δείτε εδώ).

Κύριε Φρατζεσκάκη, πείτε μας λίγα λόγια για το έργο.

«Ο απρόσκλητος επισκέπτης» είναι ένα αστυνομικό, απ’ αυτά που η Αγκάθα Κρίστι μπορεί να σε κρατήσει εν εγρηγόρσει από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή. Είναι μία μεγάλη «μαστόρισσα» του είδους, μια συγγραφέας με μαεστρία να κρατά το θεατή, να περιπλέκει την υπόθεση, να σου κλείνει το μάτι, να πιστεύεις ότι έχεις βρει τί ακριβώς συμβαίνει και εκεί που νομίζεις αυτό σου κάνει μία στροφή, μία ανατροπή από εκεί που δεν το περιμένεις.

Βρισκόμαστε σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο στη Νότια Ουαλία, ένας άνδρας πέφτει με το αυτοκίνητό του σ΄ ένα χαντάκι και ζητά βοήθεια σε μία έπαυλη της περιοχής, όπου μπαίνοντας αντικρύζει έναν άντρα σε αναπηρικό καροτσάκι δολοφονημένο, δίπλα ακριβώς μια γυναίκα που κρατά ένα περίστροφο, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι ο σύζυγός της και τον σκότωσε εκείνη, επειδή την κακοποιούσε. Ο επισκέπτης πείθεται από την ομορφιά της να τη βοηθήσει να χτίσουν μαζί ένα άλλοθι. Και βέβαια στην εξέλιξη του έργου λαμβάνουν μέρος και οι υπόλοιποι ήρωες της ιστορίας και ένοικοι του σπιτιού:  η μητέρα του δολοφονημένου, μία οικονόμος, ο αποκλειστικός βοηθός του, ο ετεροθαλής αδερφός, αλλά και ένας στενός φίλος που έρχεται επίσκεψη, καθώς και ο αστυνομικός που έρχεται να διαλευκάνει το έγκλημα. Στο τέλος έρχεται μία ανατροπή που δεν την περιμένει κανένας…

Γιατί επιλέγετε ν’ ανεβάζετε ιστορίες μυστηρίου;

Αυτό ξεκίνησε με μία προσωπική επιλογή που έκανα πριν κάποια χρόνια. Θυμάμαι, γοητευμένος μικρός, ακούγοντας θέατρο στο ραδιόφωνο, σε κρατούσαν τόσο τα αστυνομικά έργα, το μυαλό μου δούλευε προσπαθώντας να λύσω το μυστήριο, όλες μου οι αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση για να μπορέσω ν’ ανακαλύψω τί γίνεται. Σκεφτόμουν, λοιπόν, όταν έψαχνα να βρω έργα ότι λείπει το αστυνομικό από τα θέατρα της Αθήνας, μετά από χρόνια βέβαια, γιατί κατά καιρούς ανέβαιναν κλασσικά αστυνομικά έργα. Ξεκίνησαμε με την «Παγίδα» του Ρομπέρ Τομά, συνεχίσαμε με τους «10 μικρούς νέγρους» της Αγκάθα Κρίστι, το έργο « Ο Επιθεωρητής έρχεται» και τώρα τον «Απρόσκλητο Επισκέπτη». Πλέον μάς χαρακτηρίζουν ως την αστυνομική σκηνή της πόλης, χωρίς αυτό ν’ αποκλείει ότι δεν κάνουμε και άλλα πράγματα στο θέατρο. Υπάρχει όμως, ένα κοινό που μάς ακολουθεί για τις παραστάσεις αυτού του είδους που ανεβάζουμε, έργα τα οποία πραγματικά είναι διαμάντια του αστυνομικού ρεπερτορίου.

Γιατί πιστεύετε ότι υπάρχει προκατάληψη ως προς την αστυνομική λογοτεχνία ως υποδεέστερο είδος;

Αυτό νομίζω ότι είναι κάποια από τα κλισέ, πάντα συνέβαινε. Και στη λογοτεχνία και το θέατρο. Δηλαδή τί; Δεν μπορεί να αναπτυχθεί περισσότερο η γλώσσα ή η έκφραση; Πιστεύω ότι το υποτιμούν γιατί το θεωρούν εύκολο είδος και πιστέψτε με δεν είναι καθόλου εύκολο, γιατί ακόμα και στο θέατρο για ν’ ανέβει ένα μυθιστόρημα πρέπει ο θεατής να είναι καλυμμένος για όλες τις λεπτομέρειες, όταν δεν πεισθεί εκείνος, δεν είναι καλό το έργο, πόσο μάλλον αν αυτό είναι αστυνομικό.

Γιατί το κοινό έχει αγάπη και επιλέγει τις αστυνομικές ιστορίες;

Υπάρχει μία μερίδα κοινού που το ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό το είδος, κάτι που ώθησε και εμάς ως τάση ν’ ανεβάζουμε τέτοια έργα. Αν οι παραστάσεις είναι καλές το κοινό σ΄ ακολουθεί.

Υπάρχει τελειο εγκλημα;

Τί να σας πω; Δύσκολη ερώτηση… Νομίζω ότι υπάρχει. Ας το αφήσω μ’ ένα ερωτηματικό για τους θεατές μας.

Εκτός από τη σκηνοθεσία, κρατάτε και έναν από τους βασικούς ρόλους. Τί υπερισχύει επάνω στη σκηνή ο ηθοποιός ή ο σκηνοθετης;

Πολύ δύσκολο. Αυτό πραγματικά είναι πολύ δύσκολο, γιατί επί σκηνής πρέπει ν’ απελευθερωθείς και να μην σκέφτεσαι καθόλου τίποτα άλλο πέραν του ρόλου, αλλά απ΄ την άλλη πάντα το μάτι σου έχει την τάση να τσεκάρει αν είναι όλα εντάξει, αν το φως είναι σωστό, αν το σκηνικό είναι άψογο, αν τα πράγματα είναι όλα στην εντέλεια όπως τα έχεις σχεδιάσει και όπως πρέπει να γίνονται. Χρειάζεται μεγάλη αυτοκυριαρχία να μείνεις μόνο στο ρόλο, δεν ξέρω αν τα καταφέρνω…

Πώς βιώσατε την περίοδο της καραντίνας;

Στην πρώτη καραντίνα όπως όλοι ήμουν στην απραξία, επειδή ήταν ένα πράγμα που μας ξένιζε, μας ήρθε ένα χαστούκι δυνατό, δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τί ήταν αυτό που προέκυψε. Τώρα γίνεται ο απολογισμός και βλέπουμε σιγά- σιγά τί αφήνει πίσω της η καραντίνα: αποξένωση, ψυχολογικά προβλήματα, δεν τολμάμε να είμαστε χέρι- χέρι, ν’ ακουμπήσει ο ένας τον άλλον, ούτε κοινωνικά είμαστε ο ένας πλάι στον άλλον. Ήταν ως ένα βαθμό δημιουργική, ως προς την επιλογή έργων & το σχεδιασμό υλοποίησης πραγμάτων που θέλουμε να κάνουμε και που αγαπάμε, αλλά και πάλι δεν είμαστε ακόμα πλήρως ελεύθεροι. Σε μένα, οι επιπτώσεις της καραντίνας φάνηκαν την επόμενη χρόνια, στη δεύτερη καραντίνα. Στην πρώτη ήμασταν όλοι μέσα κλεισμένοι, ο καθένας εκμεταλλευόταν το χρόνο του όπως ήθελε.

Έχετε συνεργαστεί με σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου. Υπάρχει κάποια ιστορία που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;

Ιστορίες πολλές, δεν έχω κάποια συγκεκριμένη αυτή τη στιγμή, αλλά έχοντας παίξει από την Άννα Συνοδινού μέχρι τη Ρένα Βλαχοπούλου, νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει με τα χρόνια είναι ότι από κάθε ανθρωπο πάντα μαθαίνεις κάτι και εγώ ήμουν πάντα ένα σφουγγάρι που μπορούσα να παίρνω πολλά πράγματα. Όλα αυτά γίνονται εμπειρίες που με τα χρόνια φαίνονται και στη δουλειά, αλλά και τη ζωή σου. Κάποτε ως μαθητής πήγα να δω το Δημήτρη Χορν στο θέατρο, ήμουν πολύ μικρό παιδί, μπήκα πολύ μικρός στη σχολή και ο Χορν με συμπάθησε, μου είπε να πάω και την επόμενη ημέρα και εγώ είχα το θράσος τότε- κάτι που σήμερα δε θα έκανα με τίποτα- να πάω και την επόμενη, αλλά και άλλες φορές εκείνο το χειμώνα πήγα να δω τη συγκεκριμένη παράσταση. Η παράσταση ήταν «ο δικός μας» στο θέατρο Διονύσια. Ο Χορν με σημάδεψε, κρατώ τις κουβέντες μας, ήταν πραγματικά ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος και καλλιτέχνης.

Ετοιμάζετε νέα δουλειά;

Καταρχάς, αυτή την περίοδο θα κάνουμε κάποιες μουσικές Τετάρτες και ίσως τις καθιερώσουμε και μετά τα Χριστούγεννα στο Eliart ως αφιερώματα. Τώρα κάνουμε αφιέρωμα στο «Νέο Κύμα» από τις 15 Δεκεμβρίου κάθε Τετάρτη με μία εξαιρετική ομάδα μουσικών και φωνών, προσπαθώντας να αναβιώσουμε το στυλ της παλιάς μπουάτ. Γενικότερα υπάρχουν πολλά σχέδια στο τραπέζι, όλα είναι προς επεξεργασία, μετά τις γιορτές θα καταλήξουμε σε έργο και σχήμα.

Σας ευχαριστούμε πολύ!

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews