Συνεντεύξεις

Δημήτρης Κολιοδήμος: «Μια ταινία μπορεί να είναι τόσο κακή που… γίνεται υπέροχη»

Δημήτρης Κολιοδήμος: «Μια ταινία μπορεί να είναι τόσο κακή που… γίνεται υπέροχη»

Ένα λεύκωμα ή μάλλον ένα «αντί-λεύκωμα» με 101 ταινίες που μπορείς να ζήσεις και χωρίς να τις δεις ποτέ κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Οξύ. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για μία εμπεριστατωμένη μελέτη του Δημήτρη Κολιοδήμου, που τον θεωρούμε ειδήμονα, αφού ασχολείται με τον κινηματογράφο πολλές δεκαετίες από διαφορετικά μετερίζια, σκηνοθέτης, αρθρογράφος, κριτικός και έχει παρακολουθήσει άπειρες ταινίες (περισσότερα για το βιβλίο δείτε εδώ).

Κύριε Κολιοδήμε, πώς αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο;

O ελληνικός κινηματογράφος είναι ο κινηματογράφος της χώρας μου – γι’ αυτό και με ενδιέφερε πάντα. Οι βασικές μου δουλειές στον τομέα αυτόν είχαν ως στόχο να κάνουν γνωστό (εκτός Ελλάδας αρχικά) τον ελληνικό κινηματογράφο γενικά, μέσω μιας λεξικογραφικής καταγραφής των ταινιών του, ή εκείνον που βρίσκεται πιο κοντά στα προσωπικά ενδιαφέροντά μου (τον κινηματογράφο του φανταστικού). Από την άλλη, το ενδιαφέρον για μία κινηματογραφία δεν σημαίνει και a priori αποδοχή όλων των έργων της. Και για μεν τον εμπορικό κινηματογράφο οι απόψεις των κριτικών κινηματογράφου πολύ συχνά ταυτίζονται, για τον δε καλλιτεχνικό πολύ συχνά διίστανται. Ε, στη δεύτερη περίπτωση, τυχαίνει τις περισσότερες φορές να είμαι με την πλευρά των επικριτών! Ιδίως σε σχέση με αυτόν που αποκαλείται «ανθρωποκεντρικός» ή «φεστιβαλικός» κινηματογράφος. Αποφάσισα, λοιπόν, να γράψω αυτό το βιβλίο, δημοσιοποιώντας μία άποψη που ήταν ήδη γνωστή σε πολλούς συναδέλφους μου. Την οποία θα συνδύαζα και με την… αντίθετη προσέγγιση. Δηλαδή, το βιβλίο αυτό αποτελεί το πρώτο μέρος μιας διλογίας.

Πόσο καιρό σας πήρε η έρευνα για τη συλλογή στοιχείων;

Δεν υπήρχε «επί τούτου» έρευνα. Όπως προείπα, το ελληνικό σινεμά και οι ελληνικές ταινίες με ενδιέφεραν πάντοτε. Ανεξαρτήτως του αν θα μου άρεσαν ή όχι. Η συλλογή μου περιλαμβάνει πάνω από 2.000 τίτλους, πολλές από τις οποίες τις θεωρώ κακές. Όμως, τις κρατώ επειδή είναι… ελληνικές ταινίες. Δεν είχα, λοιπόν, παρά να επιλέξω 101 που θεωρώ κακές και να φτιάξω με αυτές μία υπο-ομάδα. Αυτή που αποτελεί τα περιεχόμενα του συγκεκριμένου βιβλίου μου. Με δύο περιορισμούς: α) να έχουν γυριστεί τα τελευταία 55 χρόνια και β) να μην περιλαμβάνεται σ’ αυτές δεύτερη ταινία του ίδιου σκηνοθέτη.

Αν έπρεπε να διαλέξουμε τις 5 πιο κακές ταινίες που αναφέρονται στο βιβλίο, ποιες θα ήταν αυτές;

Μία ταινία δεν την θεωρείς κακή για τον ίδιο πάντα λόγο. Επειδή είναι άτεχνη και πρόχειρα γυρισμένη, ας πούμε, όπως «Ο Βαμβακούλος και η γκολάρα του». Η ερασιτεχνική όπως «Το σουτιέν του μπαμπά μου». Ή ο «Αλέξανδρος ο Μακεδών», που δεν υπάρχει στο βιβλίο, πλην όμως προβάλλεται αυτή την εβδομάδα. Μπορεί να την θεωρείς κακή, επειδή είναι στατική και πληκτική, όπως το «Ρομαντικό σημείωμα». Μπορεί να είναι καλογυρισμένη, αλλά εσύ να την θεωρείς κακή, επειδή είναι παράλογη και επιτηδευμένη, όπως το «Ζίζοτεκ» ή το «L: Εγώ είμαι». Μπορεί να είναι πειραματική, αλλά να την θεωρείς κακή επειδή διαφωνείς ιδεολογικά μαζί της και, ταυτόχρονα, αισθάνεσαι ότι σε κοροϊδεύει, όπως η «Αλληγορία». Μπορεί να είναι άρτια σε επίπεδο παραγωγής, αλλά εσύ να την θεωρείς κακή επειδή διαφωνείς με τον τρόπο που ο σκηνοθέτης της χειρίστηκε το θέμα του, όπως «Ο εχθρός μου» ή ο «Ελευθέριος Βενιζέλος: 1910 – 1927».

Υπάρχει στοιχείο που με ή χωρίς εκείνο αποτυγχάνει μια ταινία;

Προϋπόθεση για μία καλή ταινία του συμβατικού, του αφηγηματικού και μη πειραματικού κινηματογράφου, είναι το καλό σενάριο. Που θα έχει αρχή, μέση και τέλος και θα σκιαγραφεί σωστά τους χαρακτήρες. Οι οποίοι θα έχουν λόγο ύπαρξης και δεν θα βρίσκονται εκεί επειδή έτσι το θέλησε ο συγγραφέας. Όντας, ουσιαστικά, στον αέρα. Και, μετά, υπάρχει η τεχνική αρτιότητα και η εν γένει ποιότητα της παραγωγής.

Σας επηρεάζει μια κακή ταινία ως προς τη γενική γνώμη που έχετε για έναν σκηνοθέτη, ηθοποιό ή σεναριογράφο;

Όχι! Υπάρχει σκηνοθέτης που αγαπώ τη δουλειά του και τις ταινίες του και όμως περιέλαβα κατά τη γνώμη μου κακή ταινία του στις 101. Και υπάρχει ηθοποιός του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου που θεωρώ ότι ήταν εξαιρετικός ερμηνευτής, που όμως θεωρώ από μέτριες μέχρι πολύ κακές τις ταινίες του. Όσο για τους σεναριογράφους, στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο δεν είναι και τόσο σαφής η συμβολή τους. Οι ταινίες αυτές συνήθως είναι έργα των σκηνοθετών τους και ο σεναριογράφος, όπου υπάρχει, έχει συμβάλει ελάχιστα. Αυτή θεωρώ μία βασική αδυναμία του.

Μια φρικτή ταινία γιατί συνεχίζουμε να τη βλέπουμε;

Εξαρτάται! Υπάρχουν φορές που δεν συνεχίζουμε να την βλέπουμε. Σηκωνόμαστε και φεύγουμε από την αίθουσα. Το έχω πράξει αρκετές φορές – ακόμη και την εποχή που ήμουν επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου (εννοείται ότι, μετά, την τσάκιζα κανονικότατα). Όμως, αν είμαστε με παρέα, δεν είναι εύκολο να φύγουμε. Δεν είναι… ευγενικό για την παρέα, όχι για την ταινία. Αλλά και ταινίες που έβλεπα με παρέα, έχουμε συμφωνήσει όλοι (πέντε είμαστε) να την σταματήσουμε και να πάμε στην επόμενη. Είχαμε διαμορφώσει άποψη και δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσουμε να βασανιζόμαστε! Υπάρχουν, ωστόσο, και φορές που μία κακή ταινία θέλεις να την δεις μέχρι τέλος, διότι περνάς καλά ακριβώς επειδή η ταινία είναι κακή. Είναι τόσο κακή που… γίνεται υπέροχη! Αυτές είναι συνήθως ταινίες είδους, και ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος θέλει να είναι… αταξινόμητος και… δημιουργικός. Τις περισσότερες φορές, απλώς είναι για κλάματα.

Θα σκηνοθετούσατε ταινία, της οποίας το σενάριο δε σας εμπνέει, αλλά έχει όλα τα φόντα (καστ, παραγωγή, δημόσιες σχέσεις) να κόψει πολλά εισιτήρια;

Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν έναν κριτικό κινηματογράφο αποτυχημένο σκηνοθέτη. Δεν έχουν δίκιο. Είναι δύο διαφορετικά επαγγέλματα. Όταν πρόκειται για επαγγέλματα και δεν είναι, απλώς, χόμπι. Ένας επαγγελματίας σκηνοθέτης, που θέλει να ζει από τη δουλειά του, δεν μπορεί να αγνοεί την εμπορικότητα. Δεν γίνεται αυτό. Εκτός κι αν υπάρχουν «κορόιδα» που τον τρέφουν, επειδή τους έχει παραμυθιάσει. Συνεπώς, ένας επαγγελματίας σκηνοθέτης σκηνοθετεί ένα σενάριο που δεν τον εμπνέει, αλλά κρίνεται εμπορικό, βάζοντας τα δυνατά του να κάνει καλά τη δουλειά του και να δώσει τον καλύτερο αυτό του. Δέστε τον κλασικό αμερικανικό κινηματογράφο, της εποχής της παντοδυναμίας των στούντιο. Λέτε ότι όλα τα σενάρια που γύρισαν σπουδαίοι σκηνοθέτες να τους άρεσαν; Ότι δεν τους επέβαλε το στούντιο να τα γυρίσουν; Αν δεν πιστέψεις το σενάριο που γυρίζεις, είναι σίγουρο ότι θα κάνεις  μία κακή ταινία.

Να περιμένουμε και επόμενο βιβλίο, πχ ποιες ελληνικές ταινίες να δούμε πριν πεθάνουμε;

Σαφώς και να το περιμένετε. Προ-αναγγέλλεται στην τελευταία σελίδα αυτού που έχει ήδη κυκλοφορήσει. Και το εννόησα κι εγώ στην αρχή της συζήτησής μας. Μετά τις «101 ελληνικές ταινίες που πρέπει να πεθάνεις πριν τις δεις» θα κυκλοφορήσει το «101 ελληνικές ταινίες που πρέπει να τις δεις πριν πεθάνεις». Τα δύο αυτά βιβλία είναι σαν δίδυμα αδελφάκια ή σαν τις δύο όψεις ενός και του αυτού νομίσματος. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Και θα δείτε να περιλαμβάνονται σ’ αυτό και σκηνοθέτες που έχουν περιληφθεί και στο πρώτο. Διότι, το λέω και πάλι, ένας σκηνοθέτης μπορεί να έχει γυρίσει και καλές και κακές ταινίες. Όπως κι ένας κριτικός κινηματογράφου μπορεί να έχει γράψει και καλά και κακά κείμενα. Διότι τα κείμενα είναι σαν τις ταινίες. Επιδιώκουν την απόλαυση του αναγνώστη (οι ταινίες του θεατή). Και είναι καλά αν έχουν επιτύχει σ’ αυτό, ακόμη κι όταν ο αναγνώστης δεν συμφωνεί με την άποψη του συγγραφέα.

Σας ευχαριστούμε πολύ!

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews