Συνεντεύξεις

Λία Μεγάλου- Σεφεριάδη: «Στο βιβλίο μου προσπάθησα να θησαυρίσω όλα αυτά για τα οποία δικαιούμαστε να είμαστε υπερήφανοι»

Λία Μεγάλου- Σεφεριάδη: «Στο βιβλίο μου προσπάθησα να θησαυρίσω όλα αυτά για τα οποία δικαιούμαστε να είμαστε υπερήφανοι»

Το νέο βιβλίο της Λίας Μεγάλου- Σεφεριάδη «Η Ελλάδα που αγαπήσαμε. Η Ελλάδα που αγαπούμε (1965-2015)» δε μας ταξιδεύει σε άλλες εποχές, σ’ άλλους τόπους. Μας ταξιδεύει κυριολεκτικά σε αυτόν τον τόπο,  στα έθιμα, την Ιστορία, τον πολιτισμό, τη λαογραφία, αφού αποτελεί ένα συγγραφικό οδοιπορικό, ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο θα λέγαμε, από ελληνικά μέρη που επισκέφτηκε η συγγραφέας τον τελευταίο μισό αιώνα.

Κυρία Μεγάλου- Σεφεριάδη,μας έχετε χαρίσει ποιήματα, μυθιστορήματα, νουβέλες. Πώς αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο;  Σε ποια κατηγορία θα το κατατάσσατε;

Στα χρόνια της κρίσης άρχισε να διαμορφώνεται μέσα μου η ανάγκη να απομακρυνθώ από τη σύγχρονη μιζέρια  καταφεύγοντας στη διαχρονική Ελλάδα. Στο βιβλίο μου  προσπάθησα να θησαυρίσω όλα αυτά για τα οποία δικαιούμαστε να είμαστε υπερήφανοι, ό,τι άξιον εστί, ό,τι πραγματικά αξίζει . Για να αναπτερωθεί το ηθικό μας. Για να περπατάμε με το κεφάλι ψηλά. Χωρίς προγονοπληξίες και εθνοκαπηλείες. Από τα παραπάνω καταλαβαίνει  κανείς ότι το βιβλίο αυτό είναι κάτι περισσότερο από ταξιδιωτική λογοτεχνία, μολονότι σε αυτήν την κατηγορία κατατάσσεται. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα εν ευρεία εννοία είδος «πατριδογνωσίας», που προσφέρει ευφορία και ανάταση μέσα από πολύπλευρη γνώση. Με το ξεδίπλωμα της αφήγησης διαφαίνεται το νήμα –γλωσσικό, ιστορικό, μυθολογικό, θρησκευτικό, λαογραφικό κ.ο.κ.- που ενώνει το παρελθόν με το παρόν μας και ταυτόχρονα όλους τους ελληνικούς τόπους μεταξύ τους. Πρόκειται δηλαδή για τον συνεκτικό μας ιστό, που κάποιοι θα ήθελαν να έχει καταλυθεί.

Εχετε αναφέρει εμπειρίες από 50 προορισμούς, στους οποίους έχετε ταξιδέψει από το 1965 έως το 2015. Τις είχατε καταγράψει μεμονωμένα εν είδει ημερολογίου;

Στα ταξίδια μου έχω πάντα μαζί μου τετράδιο και μολύβι, για να σημειώνω ό,τι θεωρώ σημαντικό : αισθήματα που μου γεννάει ένας τόπος, μια ιστορία ενδιαφέρουσα που άκουσα από έναν ντόπιο, τα σοφά λόγια ενός απλού πλην ευφυούς ανθρώπου, ένα λησμονημένο έθιμο, μια σκηνή καθημερινής ζωής, ένα απρόβλεπτο συμβάν. Οι καταγραφές αυτές εμπλουτισμένες καταλήγουν σε ποιήματα, διηγήματα ή  μυθιστορήματά μου. Γι’ αυτό στις «Πηγές» στο τέλος του βιβλίου αναφέρω κάποια  από αυτά.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας προορισμός και γιατί;

Θα έλεγα πως είναι η Πάρος, γι’ αυτό και της αφιερώνω δύο κεφάλαια (1970 και 2012), που καταδεικνύουν τη διαχρονική μου σχέση μαζί της. Την εποχή που τη γνώρισα  δεν υπήρχε διαδίκτυο ούτε έγχρωμη τηλεόραση – ακόμη και οι ασπρόμαυρες σπανίζανε- , δεν υπήρχαν ντοκιμαντέρ ούτε σχετικά βιβλία και περιοδικά. ΄Ετσι, όταν πήρα το νεότευκτο οχηματαγωγό  «Ελλη», δεν είχα την παραμικρή εικόνα  για το πού πήγαινα. Κάτι αδιανόητο για τη σημερινή εποχή, όπου με ένα πάτημα του κουμπιού έχουμε στην οθόνη  μας ακόμη και τα νησιά Κιριμπάτι!

Σημειωτέον ότι την εποχή εκείνη σε πολλά λιμάνια δεν υπήρχαν καν οι υποδομές για να δένουν τα πλοία και οι επιβάτες μεταφέρονταν με λέμβους  στη στεριά, γι’ αυτό στα εισιτήρια περιλαμβανόταν και ένα τέλος υπέρ λεμβούχων, το οποίο αποδείχτηκε ανθεκτικότατο. Παρότι λέμβοι και λεμβούχοι δεν υφίστανται εδώ και πολλές δεκαετίες, εμείς ακόμη και εν μέσω κρίσης συνεχίζαμε να καταβάλουμε το σχετικό τέλος!

΄Εφτασα λοιπόν στην Πάρο, άνοιξε ο καταπέλτης κι η πρωτόγνωρη εικόνα που αντίκρυσα αμέσως με συνεπήρε. Την ίδια κιόλας στιγμή ένιωσα να συναρμόζομαι μ’ αυτόν τον άγνωστο τόπο. Η Πάρος υπήρξε για μένα, εκτός των άλλων,  η πύλη για τις Κυκλάδες, αυτά τα υπέροχα ξερονήσια που θέλουν να πιστεύουν ότι κάνουν έναν κύκλο (εξ ου και το όνομά τους) γύρω από τον γενέθλιο τόπο του Απόλλωνα, τη Δήλο. Είκοσι δύο ιερά του έχουν μέχρι στιγμής ανασκαφεί στο κυκλαδίτικο αρχιπέλαγος. Κι αλήθεια ποιος άλλος θεός θα ταίριαζε καλύτερα σ’ αυτόν τον τόπο αν όχι ο θεός του φωτός και της μουσικής;

Ποιος προορισμός θα σας μείνει για πάντα αξέχαστος;

Θα έλεγα μάλλον η Λήμνος, γιατί αποδείχτηκε πολύ ανώτερη των προσδοκιών μου.  Πρόκειται για ένα νησί με απίστευτη ποικιλομορφία, πολυκύμαντη Ιστορία, αυτοκρατορικό ηλιοβασίλεμα κι ένα αρχαιολογικό μουσείο που με συγκίνησε ιδιαίτερα επειδή συστεγάζει ελληνικές αρχαιότητες που φυγαδεύτηκαν το ‘22 με καΐκια από την Ίμβρο και την Τένεδο- δύο ελληνικά πλην αφελληνισμένα πια νησιά. Καθώς κοιτούσα  τις επιτύμβιες στήλες με τα ελληνικά ονόματα, μέσα μου αντηχούσαν τα λόγια του Μακρυγιάννη προς τους στρατιώτες του, εκείνους που ήθελαν να πουλήσουν δύο αρχαία αγάλματα σε κάτι Ευρωπαίους : «Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε». Να γιατί ο Σεφέρης θεωρεί τον αγράμματο στρατηγό ως την πιο καλλιεργημένη ελληνική ψυχή.

Στο βιβλίο περιέχονται 83 φωτογραφίες. Μία από αυτές, που αφορά στη Λήμνο, την έχω στο γραφείο μου, για να καμαρώνω κάθε μέρα τις μικρές σειρήνες του μουσείου,  που μου έκλεψαν για πάντα την καρδιά. Πρόκειται για τις σοφές, πρόσχαρες μούσες του Κάτω Κόσμου, που ενσαρκώνουν τη νοσταλγία για έναν παράδεισο και που κρατούσαν συντροφιά στην Περσεφόνη μέσα στο ζοφερόν της μέλαθρον. ΄Υστερα από είκοσι εφτά αιώνες μου χαμογελούν γεμάτες χάρη και μου μεταδίδουν –ναι, μου μεταδίδουν- τη θετική τους ενέργεια!

Στο οδοιπορικό σας συναναστραφήκατε με Έλληνες που κατοικούν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας. Τι σας έμεινε περισσότερο από αυτούς;

Σε κάθε άκρη και γωνιά της Ελλάδας συνάντησα τις ίδιες αρετές : φιλότιμο, γενναιοδωρία, ευστροφία, φιλοξενία – λέξη που έφτασε ως εμάς από τα βάθη των αιώνων μαρτυρώντας έναν ατόφιο  πολιτισμό. Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι τις τελευταίες δεκαετίες είχαμε παραδοθεί σ’ έναν άκρατο υλισμό απεμπολώντας πολύτιμες αξίες. Ωστόσο η κρίση αξιών αποτελεί δυστυχώς παγκόσμιο ή παγκοσμιοποιημένο, αν θέλετε, φαινόμενο. Θωρώντας λοιπόν τα πράγματα σχετικά, με νηφαλιότητα και ψυχραιμία, μπορώ να πω ότι η Ελλάδα, μόλο που δεν είναι εκείνη που θα θέλαμε να είναι, παραμένει εντούτοις μια αξιαγάπητη χώρα όχι μόνο για την απέραντη ομορφιά της, αλλά και γιατί ο λαός της ρέπει περισσότερο προς την ανθρωπιά παρά προς τη βαρβαρότητα. Και ήταν αείποτε έτσι. Εδώ, σ’ αυτό το ευλογημένο σημείο του πλανήτη, άναψαν κάποτε μεμιάς όλα τα φώτα στο μυαλό κάποιων ανθρώπων, για να συντελεστεί το θαύμα της οικουμένης : μια ώθηση μοναδική στα γράμματα, στις επιστήμες, στις τέχνες , στη φιλοσοφία με επίκεντρο πάντα τον άνθρωπο. Σε πείσμα των καιρών, το νήμα που μας συνδέει με το απώτατο αυτό παρελθόν δεν έχει κοπεί. Η ανθρωπιά του λαού μας είναι το ανώτατο στάδιο του πολιτισμού.

Ποιο έθιμο που συναντήσατε σας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση;

Τα κόλλυβα είναι ένα πασίγνωστο έθιμο, που όμως με εντυπωσίασε όταν κάποια στιγμή προβληματίστηκα και αναζήτησα την εξήγηση  για τους σπόρους του ροδιού, τους οποίους προσθέτουμε την εποχή που υπάρχουν ρόδια.  Ανακάλυψα λοιπόν ότι οι σπόροι αυτοί ανάγονται στο ρόδι της Περσεφόνης. Την ίδια στιγμή είδα μπροστά μου να ενώνονται στην προσφορά προς τους νεκρούς τη θυγατέρα με το ρόδι και τη μητέρα με το σιτάρι , τη θεά Δήμητρα δηλαδή ή τη μάνα γη (Γη μήτηρ – Δη μήτηρ) , εκείνη που δίδαξε στους ανθρώπους την καλλιέργειά του.  Και ανακάλυψα ότι όπως εμείς έχουμε το Ψυχοσάββατο έτσι και οι αρχαίοι ΄Ελληνες αφιέρωναν μία ημέρα τον χρόνο στους νεκρούς τους, στους οποίους προσέφεραν ξηρούς καρπούς και σπόρους, κάτι που ονομαζόταν πανσπερμία ή πανκαρπία. Η δε λέξη «κόλλυβα» είναι κι αυτή αρχαία ελληνική. Σήμαινε μικρά νομίσματα, ξηρούς καρπούς ή γλυκίσματα που προσφέρονταν μετά το γεύμα. Σ’ αυτό λοιπόν το ελληνορθόδοξο έθιμο βλέπουμε με ενάργεια πόσο φυσικά  έχει αφομοιωθεί η αρχαιοελληνική παράδοση.

Η νέα γενιά αποστρέφεται τα έθιμα και την παράδοση θεωρώντας τα παλαιομοδίτικα. Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο με την εμπειρία που έχετε;

Μπορεί η Τύχη να μας έσπειρε στον πλανήτη γη κι οι ρίζες μας να ανάγονται στη σκόνη των αστεριών, έχουμε όμως ανάγκη τις γήινες, τις συγκεκριμένες ρίζες μας. Χωρίς αυτές ο άνθρωπος δεν ισορροπεί ψυχικά. ΄Ετσι κι εμείς, χωρίς ιστορική μνήμη και χωρίς σεβασμό στις παραδόσεις, που μας ενώνουν με τις ρίζες μας κι αποτελούν συστατικό της ιδιοπροσωπίας μας, θα καταλήξουμε ως λαός να είμαστε «ο κανένας», ισοπεδωμένοι και εύκολα χειραγωγίσιμοι. ΄Αλλωστε αυτό επιδιώκεται από χρόνια : να καταντήσουμε ένας πολτός  χαζοχαρούμενων καταναλωτών. Ωστόσο οι συμβουλές των μεγαλύτερων δεν φέρνουν αποτέλεσμα. Η νέα γενιά, όπως και κάθε νέα γενιά, επιχειρεί μια ρήξη με το παρελθόν,  έρχεται όμως το πλήρωμα του χρόνου, έρχεται σταδιακά η ωριμότητα και τότε αρχίζουμε να εκτιμούμε πολλά από αυτά που θεωρούσαμε παλιομοδίτικα καθώς ανακαλύπτουμε την ομορφιά και τη σοφία τους. Από τα στάδια αυτά  περνάνε όλες οι γενιές. Κανείς δεν μπορεί να βιάσει τα πράγματα. ΄Εχουν τους δικούς τους ρυθμούς, τη δικιά τους λογική. Η νέα γενιά θα κάνει τα δικά της λάθη όπως κι εμείς κάναμε τα δικά μας. Στο τέλος όμως υπερισχύει η ωριμότητα. ΄Ετσι προχωράει η ζωή. Αλλιώς θα είχαμε προ πολλού χαθεί ως έθνος.

Ετοιμάζετε κάποια νέα δουλειά;

Αρκετές ιδέες με τριγυρίζουν, αλλά δεν ξέρω ποια θα μου χτυπήσει πρώτη την πόρτα. Πρόκειται για υπόγειες και δαιδαλώδεις διαδικασίες, συνήθως μακροχρόνιες, που αιφνιδιάζουν τον δημιουργό. Μπορεί κάλλιστα κάτι που λογικά επεξεργάζομαι να παραμεριστεί και στη θέση του να αναβλύσει από τα βάθη μου κάτι που δεν το φανταζόμουνα.

 

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews