Συνεντεύξεις

Μάρτυ Λάμπρου: «Εξακολουθώ να διαβάζω παραμύθια»

Μάρτυ Λάμπρου: «Εξακολουθώ να διαβάζω παραμύθια»

Η συγγραφέας του βιβλίου «Με λυμένο χειρόφρενο» (εκδόσεις Κέδρος), εκτός από το ταξίδι που μας χάρισε μέσα από τις σελίδες του πρώτου μυθιστόρηματός της, δέχτηκε και την ευχαριστούμε πολύ να μας χαρίσει και μία απολαυστική συνέντευξη.

Περισσότερα για το βιβλίο μπορείτε να δείτε εδώ.

Γιατί επιλέξατε ως ηρωίδα σε ένα τέτοιο βιβλίο ένα μικρό κοριτσάκι και όχι αγοράκι;

Δεν υπήρξε κανένα περιθώριο άλλης επιλογής. Ίσως επειδή η Σωτηρία με εμπεριέχει. Όλα ξεκίνησαν από μια πρώτη εντύπωση. Ένα κορίτσι, απόγευμα, από το χωματόδρομο της γειτονιάς της έφτασε στο λιμάνι του Μπρίντιζι. Υποσυνείδητα εκείνη την στιγμή άνοιξε μια χαραμάδα που χρόνια αργότερα θα γινόταν μυθοπλασία. Ύστερα ο δρόμος, οι παρακαμπτήριες, πάλι ο δρόμος, τα τοπία στο παρμπρίζ. Χιλιόμετρα που διανύθηκαν πραγματικά αλλά και εσωτερικά, εικόνες τόσο δυνατές και απροσδόκητες που άφησαν αποτυπώματα ζωής. Εκεί, ταξιδεύοντας με την νταλίκα, σε μια αντανάκλαση στον καθρέφτη συναντήθηκαν η Σωτηρία με τη συγγραφέα.

Αφηγείστε με πολύ αναλυτικές λεπτομέρειες τη ζωή των οδηγών νταλίκας. Έχετε προσωπική άποψη;

Από την στιγμή που ανέβηκα τα τρία σκαλοπάτια και κάθισα στη θέση του συνοδηγού στην νταλίκα του πατέρα μου έγινα και συνταξιδιώτισσα των άλλων. Ταξιδεύοντας για δουλειά διαισθητικά με παρέσερνε και η περιπλάνηση. Με το μουγκρητό της μηχανής, την αχλή πίσω από το φορτηγό, ήταν τότε που ανοίχτηκε μπρος μου ένας αχαρτογράφητος σκληρός και συνάμα μαγικός κόσμος. Που μόνο αν έπαιρνα την πρωτοβουλία θα μπορούσα να εισχωρήσω. Εκτός από τα πρακτικά ζητήματα και την ορολογία της νταλίκας είχα την τύχη να ακούσω πολλές ιστορίες, αφού οι οδηγοί δε μετέφεραν μόνο προϊόντα αλλά και επεισόδια και εικόνες, που πάντα είχαν κάτι διαφορετικό. Λόγω των συνθηκών ήταν μοναχικοί άνθρωποι και μακριά από το περιβάλλον τους, στους δρόμους, μια στάση και ένα συναπάντημα τη νύχτα συνήθως, ήταν μια δίοδος προς μια άλλη περιπλάνηση τη γνωστική, όπου η ζωή δεν είναι γραμμένη στον τουριστικό οδηγό.

marty

Στο βιβλίο «ακουμπάτε» πολύ επιτυχημένα στον χαρακτήρα της γιαγιάς, η οποία πιστεύει σε δεισιδαιμονίες, όπως η πλειονότητα των ηλικιωμένων γυναικών της χώρας μας, ιδίως αυτλων που ζούσαν στην επαρχία. Πιστεύετε πως τέτοια στοιχεία αποτελούν μέρος της παράδοσής μας και πόση απήχηση θεωρείτε ότι έχουν στις νεότερες γενιές;

Είμαι φορέας εν γένει και επίκτητα της παράδοσης. Τη δεκαετία του εβδομήντα μεγάλωνα στη Λιβαδειά όπου βρισκόταν τα αρχαία χρόνια του μαντείο του Τροφώνιου. Στην σκιά δύο μυθικών βουνών του Παρνασσού και του Ελικώνα, και πριν μπει στο σπίτι η τηλεόραση, άκουγα δημοτικά τραγούδια, θρύλους και άλλες τοπικές ιστορίες. Που μου μετέδιδαν την ιδιοσυγκρασία και τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και μια διαδικασία μετάθεσης και επιλογής μοναδική. Αυτή η διαδικασία με οδήγησε σχεδόν αντανακλαστικά ώστε στις περισσότερες ιστορίες μου να υπάρχει η επαφή με τον κόσμο της λαϊκής παράδοσης σαν ένα υπόγειο ρεύμα που διατρέχει τον κορμό της ιστορίας χωρίς μετατροπές και διασκευές. Σήμερα εύχομαι να υπάρχουν γιαγιάδες οι οποίες κλείνουν την τηλεόραση και αφηγούνται παραμύθια και θρύλους. Άλλωστε όλα αυτά τα κινηματογραφικά έργα αλλά και βιβλία όπως π.χ «Χάρυ Πότερ», «Άβαταρ», μήπως δεν είναι κακές διασκευές της μυθολογίας και της παράδοσης;

Έχετε γεννηθεί στη Λιβαδειά. Οι τόσες αναφορές στο Δίστομο αποτελούν μυθοπλαστική αφήγηση ή έχετε πραγματικές μαρτυρίες από οικεία σας πρόσωπα για το μελανό εκείνο ιστορικό γεγονός;

Εδώ πρόκειται για ένα ισχυρό και οδυνηρό θα έλεγα αποτύπωμα της ζωής μου. Όντας εγγονή εκτελεσμένου από τους Ιταλούς είχα από πολύ μικρή επαφή πηγαίνοντας κάθε χρόνο στο μνημόσυνο που τελούνταν. Την πρώτη φορά που πήγα στο Δίστομο στις 10 Ιουνίου, μαύρη επέτειος για ότι χειρότερο έχει κάνει άνθρωπος σε άνθρωπο, είχα συγκλονιστεί επειδή πολλά από τα θύματα ήταν μικρά παιδιά. Δεν το χωρούσε ο νους μου, ήμουν απαρηγόρητη. Δίχως να έχω προσωπική επαφή με τους ανθρώπους εκεί, εν τούτοις με ένωσε ο πόνος. Άκουσα, διάβασα, είδα φωτογραφίες, ένιωσα ξανά. Κι έτσι ήρθε η Παναγιώτα, η μητέρα της ηρωίδας, που αντί να σφαγιαστεί από τους Ναζί την έπλασα από τη μνήμη και το συναίσθημά μου για να θυμίζει που τελειώνει ο άνθρωπος και που αρχίζει το κτήνος. Μιας και το κακό φαίνεται να επαναλαμβάνεται μόνο όταν χτυπάς στα βαθύτερα στρώματα της συνείδησής σου, στις πρώτες αληθινές εντυπώσεις σου, μοιάζει να έχει νόημα η μυθοπλασία.

Ποιο είδος βιβλίων σας γοητεύουν περισσότερο;

Το βιβλίο μυθοπλασίας που θα με παρασύρει από την πρώτη κιόλας σελίδα από ένστικτο αρχικά, θα μου προκαλέσει τον υπαινιγμό και το κυνήγι του φευγαλέου και της ταχύτητας, όπως η φράση στα παραμύθια: «Κι επήγαινε κι επήγαινε ίσαμε που έφτασε στην άκρη του κόσμου». Θα μου είναι κατανοητό χωρίς να μπαίνει στο μυαλό μου όπως βγήκε από το μυαλό του-της συγγραφέα, αλλά και ούτε να χρειάζεται να αναρωτιέμαι τί θέλει να πει. Να μου αφήσει στο τέλος ένα ιδιαίτερο συναίσθημα και άλλους τρόπους σε ό, τι αφορά τις σκέψεις μου για την τέχνη. Έχω απαιτήσεις και αντικειμενικούς όρους τους οποίους άσκησα διαβάζοντας. Εξακολουθώ να διαβάζω παραμύθια. Επίσης δοκίμια και συστηματικά δικούς μας αρχαίους φιλοσόφους που ξεχωρίζω.

Ετοιμάζετε κάποια νέα δουλειά;

Μια συλλογή από δέκα διηγήματα, μερικά από τα οποία έχουν ήδη δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες. Τόπος η Αθήνα, «Πόλη επική και χαμένη», όπως γράφει ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος. Χρόνος η τελευταία δεκαετία. Ταξιδεύοντας στην Αθήνα από περιοχή σε περιοχή κατάλαβα ότι συνδέονται γεωγραφικά, αλλά όχι ουσιαστικά. Στο κέντρο της και στις περιοχές κάτω από τις γραμμές εγκλωβίζεται ο πόνος. Εκεί όπου ο καθένας επιβιώνει οικονομικά και ηθικά στα άκρα και ο πόνος τους ξανασερβίρεται ως καταναλωτισμός. Τα υλικά προϊόντα έχουν αντικαταστήσει τη λαχτάρα τους για τη χαμένη συντροφικότητα και ανθρωπιά. Όσο για το έπος, τυλίγεται σε πιτόγυρο με μπόλικο τζατζίκι εμπορικής παγίδευσης και ξεπουλήματος. Τίτλος της συλλογής: «Ενοικιάζεται το παρόν».

Σχόλια

Συνεντεύξεις

Περισσοτερα στην κατηγορια Συνεντεύξεις

Copyright © 2015-2016 Clevernews